21 χρόνια χωρίς τη Μελίνα, μιά γυναίκα “σύμβολο” μιά γυναίκα “φλόγα”

melina-merkouri

Άναψε ένα τελευταίο τσιγάρο και έφυγε πριν ακριβώς 21 χρόνια ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι στο Memorial της Νέας Υόρκης. Η τελευταία Ελληνίδα θεά  γινόταν αθάνατη.

Μία γυναίκα σύμβολο που στιγμάτισε με τα λόγια, τις πράξεις και την παρουσία της ολόκληρο τον κόσμο. Πάλεψε για την Ελλάδα και έζησε με μία και μόνο ανάγκη. Να δει τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στην πατρίδα τους. Είχε πει: “Ελπίζω να δω τα Μάρμαρα πίσω στην Αθήνα προτού πεθάνω.  Αν όμως έρθουν αργότερα, εγώ θα ξαναγεννηθώ”.

Αγωνίστηκε, πολεμήθηκε, αγαπήθηκε και αγάπησε. Έπαιξε, ερμήνευσε, έφτασε στην κορυφή. Οι κορυφές ήταν για την Μελίνα. Η φωνή της, το χαμόγελό της, τα μεγάλα της μάτια, η τεράστια αγκαλιά της.

Έκλαιγε κάθε φορά που άκουγε την Edith Piah στο τελευταίο της κοντσέρτο, γελούσαν τα μάτια της όταν ήταν δίπλα στον Τζούλη της, τρελαινόταν όταν άκουγε να αποκαλούν την κληρονομιά της χώρας της ”Ελγίνεια μάρμαρα”.

Μελίνα η θεατρίνα, η γεννημένη σταρ, η παθιασμένη, η ερωτική, η εκρηκτική, η Μελίνα της πολιτικής, η αγωνίστρια, η Μελίνα- Ελλάδα, η Στέλλα, η Ιλυα, η Φαίδρα, η Μπλανς. Και μια γυναίκα που αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ

Στις 18 του Οκτώβρη του 1920 σε ένα αριστοκρατικό αρχοντικό επί της οδού Τσακάλωφ στο Κολωνάκι γεννιέται η Μαρία Αμαλία Μερκούρη. Η οικογένεια της αποτελείται από επιφανή μέλη της κοινωνίας. Ο πατέρας της διατελεί βουλευτής και ο παππούς της Σπύρος για 11 χρόνια θα παραμείνει στη θέση του δημάρχου Αθηναίων. Ο παππούς Σπύρος είναι το σήμα κατατεθέν της, η διαρκής αναφορά της, το πρότυπό της.

”Με έμαθε να λατρεύω την Ελλάδα, να είμαι γενναία, να μην λογαριάζω τα χρήματα. Ήταν μεγάλη ντροπή για εκείνον τα χρήματα. Μου έμαθε το παραμύθι της ζωής. Μου εμφύσησε την ιδέα πως η Ελλάδα, η Αθήνα είναι κορυφή” θα πει η ίδια σε συνέντευξή της ενώ τα τεράστια εκφραστικά της μάτια λάμπουν από τα δάκρυα που ανεβαίνουν.

Από πολύ μικρή δείχνει τη διαφορετικότητά της. Είναι ατίθαση, ισχυρή και αντιδραστική. Οι συμμαθήτριές της παίζουν με κούκλες κι εκείνη σε ηλικία πέντε ετών στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη κάνοντας την πρώτη θεατρική της πρόβα.

Η Μελίνα θα έχει μία πολυτάραχη ζωή και τα πρώτα δείγματα που θα συνθέσουν το παζλ θα δοθούν πάρα πολύ νωρίς. Λες και κάποια ανώτερη δύναμη βάλθηκε να αποδείξει πως το ψηλό κορίτσι με τα μακριά ξανθά μαλλιά θα καταρρίψει τα στερεότυπα. Μόλις 14 ετών ερωτεύεται τον ηθοποιό Σπύρο Παππά και τρία χρόνια αργότερα στα 17 της σαγηνεύει τον Πάνο Χαροκόπο.

Ο Χαροκόπος την ερωτεύεται τρελά αλλά υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα στο εν εξελίξει love story. Ο Χαροκόπος είναι παντρεμένος. Η γυναίκα του αρνείται να του δώσει διαζύγιο έτσι απλά. Θα χρειαστεί να της παραχωρήσει μία πολυκατοικία στη Διδότου για να λυθούν τα δεσμά. Μελίνα και Πάνος κλέβονται χωρίς επεξηγήσεις στις οικογένειές τους. Η Μελίνα δεν έχει μάθει να δίνει αναφορά σε κανέναν.

Τη ζητά σε γάμο κι εκείνη θέτει έναν όρο. Θα έλεγε το μεγάλο ναι μόνο αν της παραχωρούσε γραπτή και υπογεγραμμένη άδεια να γραφτεί σε σχολή θεάτρου. Μπροστά της φαντάζει μικρός, δεν μπορεί να της αρνηθεί τίποτα. Εννοείται πως ο όρος της γίνεται δεκτός.

Με ένα λακωνικό τηλεγράφημα προς την οικογένειά της θα γνωστοποιήσει την απόφασή της. ”Γάμος ετελέσθη”. Το τηλεγράφημα είναι ψευδές. Θα παντρευτούν μία εβδομάδα μετά την αποστολή στην Καλαμάτα. Τον Σεπτέμβριο του 1938 γίνεται δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Το όνειρο έχει ήδη ξεκινήσει.

”Η Γκάρμπο είναι το πλάσμα για το οποίο έγινα θεατρίνα” θα πει και θα ανέβει στις περισσότερες θεατρικές σκηνές της Ευρώπης. Το σινεμά θα την κερδίσει πολύ γρήγορα.

Ο άντρας με τα γαλανά μάτια

Και ξαφνικά, την άνοιξη του ’55, συγκλονιστικά νέα : η «Στέλλα», του Μιχάλη Κακογιάννη γίνεται δεκτή στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Το ’55 το Φεστιβάλ είναι στο αποκορύφωμα του γοήτρου του. Παραγωγοί, ηθοποιοί και ταλέντα κάθε μεγέθους αλωνίζουν στις αίθουσές του, οι στάρλετ φωτογραφίζονται γυμνόστηθες στην Κρουαζέτ, anybodywho’ssomebody περνάει για μια σαμπάνια από το Carlton. Ηπρεμιέρα της ταινίας είναι ένα θρίαμβος – μόνο που η Μελίνα δεν τον βλέπει. Βρίσκεται στην Αθήνα, παίζει στο θέατρο «Λαίδη Μάκβεθ». Το ίδιο βράδυ, δέχεται ένα τηλεφώνημα από τονΚακογιάννη : «Μελίνα, έλα στις Κάννες. Είμαι σίγουρος πως θα κερδίσεις το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου».

Δυό μέρες αργότερα, οργανώνεται μια δεύτερη προβολή της Στέλλας σε ένα θεατράκι της οδού Αντίμπ. Η Μελίνα πηγαίνει, μην ξέροντας πως το «βραβείο» της, είναι κιόλας εκεί, πως το έχει κιόλας κερδίσει – και ας μην μοιάζει με αυτό που είχε στο μυαλό της…

«Ο Ντασέν με γνώρισε στην οθόνη», θα αποκαλύψει σε μια συνέντευξη στο ΚΛΙΚ και στον Πέτρο Κωστόπουλο. «Ο Κακογιάννης τον παρακάλεσε να έρθει στην προβολή της «Στέλλας». Ο Τζούλης, εκείνη την εποχή ήταν το πιο φανταχτερό πλάσμα του φεστιβάλ λόγω μακαρθισμού. Ήρθε, είδε το φιλμ. Εγώ, με την φίλη μου τη Ρένα και τον Φούντα καθόμασταν πίσω. Όταν τέλειωσε η ταινία, είδα έναν άνθρωπο με πολύ γαλάζια μάτια να πηδάει σαν αθλητής τα καθίσματα και να έρχεται να μας παίρνει αγκαλιά, τον Φούντα κι εμένα. Τα μάτια του ήταν πολύ γαλανά. Ο Μιχάλης είπε : «Να σας συστήσω : « Η Μελίνα Μερκούρη, ο Γιώργος Φούντας. Ο Ζιλ Ντασέν». «Τι ωραία που περπατάτε», μου είπε, «τι ωραία που γελάτε». Ήταν ο άνθρωπος που θα με μάθαινε πώς να κλαίω…»

Η Μελίνα έχει διαβάσει για τον Ντασέν, τον διανοούμενο- σκηνοθέτη, τον «πατέρα του νεορεαλισμού» στο αμερικάνικο σινεμά, τον αποδιωγμένο από την πατρίδα του με το στίγμα του κομμουνιστή. Το «Ριφιφί» , η ταινία που εκπροσωπεί τη Γαλλία στις Κάννες είναι η πρώτη του μετά από χρόνια απραξίας – ο Ντασέν είναι υποψήφιος για βραβείο σκηνοθεσίας. Τον φανταζόταν σαν ένα στριφνό, μελαγχολικό γέρο. Γνωρίζει έναν άντρα εύθυμο, γελαστό, αισιόδοξο.

Η «Στέλλα» του αρέσει, την επαινεί. Μετά την προβολή, πηγαίνουν για ποτό σε ένα υπαίθριο καφενείο. Εκεί, της εξομολογείται πως, δουλεύει ένα σενάριο βασισμένο στο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»  και πως, ίσως, υπάρχει σ’αυτόκι ένας ρόλος για κείνη. Φυσικά, δεν τον πιστεύει – παραείναι καλό για να είναι αληθινό κι έτσι κι αλλιώς η Μελίνα έχει άλλα πράγματα στο μυαλό της : το βραβείο της. Μόνο που δεν το κερδίζει. Ούτε η μεγάλη της «αντίπαλος» ΜπέτσιΜπλέρ. Εκείνον, ειδικά το χρόνο η επιτροπή των Καννών αποφασίζει να μη δώσει βραβείο καλύτερης ηθοποιού…

«Στις Κάννες – γράφει στην αυτοβιογραφία της η Μελίνα – μετά την τελετή της απονομής των βραβείων γίνεται ένα μεγάλο μεσονύχτιο δείπνο και χορός. Πάνε όλες οι διασημότητες, οι πολιτικοί αξιωματούχοι που έχουν έρθει από το Παρίσι για την περίσταση, οι κριτές, εκείνοι που κέρδισαν βραβεία και εκείνοι που έχασαν. Είναι σκληρό για τους χαμένους να πηγαίνουν στο χορό, αλλά το να μην πας θα ‘δειχνε αγένεια. Η Μπέτσι κατάφερε να κάνει μια χαμογελαστή εμφάνιση αλλά ήξερα πως ένιωθε. Δεν μπορούσα να χαμογελάσω. Κρύφτηκα σε μια γωνιά για να μην βλέπει κανείς τα δάκρυά μου. «Έχει τόση μεγάλη σημασία το βραβείο;». Ήταν ο άνθρωπος με τα γαλανά μάτια. Τον μίσησα. Εκείνος μπορούσε να μιλάει – είχε πάρει το βραβείο καλύτερου σκηνοθέτη. Ποιος διάβολος ήταν για να μου μιλάει με αυτό το ύφος; «Αλήθεια;» γκάριξα. Γκάριξα σαν γάιδαρος. «Αξίζεις πολύ περισσότερα απ’αυτό» Με φίλησε στο μάγουλο κι έφυγε».

Το σημαδιακό 18

Η πτήση της επιστροφής στην Ελλάδα, είναι σιωπηλή. Πίσω στην Αθήνα, ένα θλιμμένο πλήθος την περιμένει έξω από το θέατρο – θρηνούν για την ήττα της, λες κι έχει χάσει η Εθνική Ελλάδος σε τελικό Μουντιάλ!  Αμέσως μετά, η Μελίνα φεύγει για μια μικρή κρουαζιέρα στα νησιά. Ο ήλιος, η θάλασσα, η τεμπελιά θα γιατρέψουν την πληγωμένη περηφάνια της. Όταν θα επιστρέψει στην πόλη, θα βρει να την περιμένουν δυό γράμματα με γαλλικά γραμματόσημα. Είναι από τον Ντασέν. Την ενημερώνει πως το σχέδιο της ταινίας προχωρά, πως τη θέλει για το ρόλο της Κατερίνας. Ξαναβρίσκονται στο Παρίσι.

Στο πρώτο τους, πραγματικό «ραντεβού», εκείνος φοράει ένα φθαρμένο καμηλό σακκάκι και στραβοπατημένα παπούτσια. Αλλά το γαλάζιο στα μάτια του αστράφτει. Μιλάνε με τις ώρες, αχόρταγα,χωρίς να παίρνουν ανάσα. Ξεχνάνε ακόμα και να φάνε. Δεν υπάρχει χρόνος γι’αυτό, για αβρότητες, για παιχνίδια και για ευγενικά προκαταρκτικά. Υπάρχει απλώς το επιτακτικό γεγονός πως πρέπει να γνωριστούν. Η Μελίνα του μιλάει, για την Ελλάδα, για τον παππού της, για τον Πύρρο (σ.σ. Σπυρομήλιο), τον μεγάλο έρωτά της, το γάμο της με τον Πάνο Χαροκόπο.  Εκείνος της λέει για τους φίλους του, τα παιδικά του χρόνια στο Χάρλεμ, τη γυναίκα του – τη γνωστή βιολονίστα και παιδική του φίλη ΜπεατρίςΛόουνερ- και τα παιδιά του: τον, Τζο, τη Ζιλί, τον Ρίκι. Το ίδιο βράδυ, η Μελίνα εξομολογείται στη φίλη της που τη συνοδεύει στο Παρίσι : «Βρίσκομαι σε φοβερά δύσκολη θέση. Αυτός ο άνθρωπος είναι ο άντρας της ζωής μου».

Το επόμενο πρωί, μετά από μια μεγάλη βόλτα, θα τη ρωτήσει ξαφνικά πότε γεννήθηκε «Στις 18 Οκτωβρίου». Ο Ντασέν χλωμιάζει. «Το ξερα».

Στη ζωή του σκηνοθέτη, η επανάληψη του 18, ακολουθεί  ένα σχεδόν μεταφυσικό μοτίβο. Ο Ντασέν είναι γεννημένος στις 18 Δεκεμβρίου – το ίδιο και ο πατέρας του. Η γυναίκα του, στις 18 Ιουνίου. Με τη Μελίνα γνωρίστηκαν στις Κάννες, στις 18 Μαϊου. Η ερωτική τους εξίσωση μοιάζει τέλεια. Το ίδιο βράδυ, την ώρα που την αποχαιρετά  έξω από το ξενοδοχείο της – την άλλη μέρα εκείνη πετάει για Λονδίνο –  παίρνει το χέρι της, την κοιτάζει αμίλητος και χαμογελάει παράξενα. «Ι’mhooked» , της λέει. Η καρδιά του έχει κιόλας πιαστεί στο αγκίστρι. Απλώς, εκείνος με ένα χειροφίλημα, επισφραγίζει την παράδοσή της…

Κυνηγημένοι από τον Τύπο

Αυτή θα είναι η αρχή του ειδυλλίου τους – μιας ιστορίας, πάθους, τόλμης, δημιουργίας και βαθιάς αγάπης. Και μεγάλων προβλημάτων,  ιδίως στην αρχή. Διότι, δυστυχώς, καμιά ερωτική εξίσωση δεν είναι τέλεια.

«Είχαν περάσει πέντε χρόνια και ο Ντασέν δεν είχε πάρει διαζύγιο», θα πει η Μελίνα, σε μια συνέντευξη στους NewYorkTimes«Ξέρεις πως είναι να ζεις με κάποιον που έχει γυναίκα και τρία παιδιά ; Ο Τύπος με μισούσε. Δεν είχαμε δεκάρα. Μέναμε σε ξενοδοχεία. Η μητέρα μου σε υστερία. Ο πατέρας μου σε υστερία». Ακόμα και η Ελένη Καζαντζάκη – όταν η Μελίνα και ο Ντασέν επισκέπτονται τον Νίκο Καζαντζάκη κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της ταινίας «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» – την προτρέπει να εγκαταλείψει τον Ντασέν, για χάρη των παιδιών του. «Πριν από το «Ποτέ την Κυριακή» – συνεχίζει στο ίδιο δημοσίευμα η Μελίνα- κανείς δεν μ’αγαπούσε. Στο Παρίσι έγραφαν άρθρα εναντίον μου. Οι άνθρωποι έλεγαν τρομερά πράγματα για μένα, γιατί δεν ήμασταν παντρεμένοι».

Εν τέλει, το 1964,  από τη Λοζάννη όπου αναπαύονται με τα γυρίσματα του «Τοπ Καπί», η Μελίνα και ο Ντασέν  αναγγέλλουν την πρόθεσή τους να «δεσμευτούν». HParisJourδημοσιεύει την είδηση ως εξής: “Η Μελίνα Μερκούρη, 38 ετών, είναι η χαρά της ζωής, η ελευθερία, το απρόοπτο. Ο Ντασέν 52 ετών είναι η διακριτική διάνοια, το ταλέντο, ο μη κραυγαλέος αντικομφορμισμός. “Αν στην ηλικία μου δεν γνωρίζω τι είναι σημαντικό εις την ζωήν δεν θα το μάθω ποτέ”, ομολογεί η Μελίνα. “Ζω με τον Ντασέν, τον αγαπώ, είναι καλύτερός μου. Και θα ήθελα αυτό να μην τελειώσει ποτέ”. Θα παντρευτούν στην Ελβετία, τον Μάιο του 1966, με πολιτικό γάμο. Στις 18 Μαΐου, στην επέτειο της γνωριμίας τους – το τελευταίο, «σημαδιακό» τους δεκαοχτάρι…

Η Φρανσουάζ Σαγκάν, η συγγραφέας του «Καλημέρα Θλίψη» και φίλη της Μελίνας που τους γνώριζε από την αρχή της σχέσης τους, θα περιγράψει αυτά τα χρόνια με διορατικότητα και ευαισθησία : «Μαζί, οι δυό τους ήταν ευτυχισμένοι και δυστυχισμένοι συγχρόνως, εξαιτίας του τόσο διαφορετικού παρελθόντος τους, σε ό,τι αφορά την καταγωγή, τον τρόπο ζωής και τις κοινωνικές συμβάσεις. Παράλληλα, όμως, ήταν και οι δυό τους τόσο κοντά στην ίδια τη φύση τους και στον βαθύτερό τους στόχο : την καλλιτεχνική δημιουργία. (…) Κατάφεραν, με πολύ κόπο, πιστεύω, να μετατρέψουν αυτές τις διαφορές σε ένα θετικό σύνολο μέσα στο οποίο δεν είχε θέση η μελαγχολία. Πέρασαν κακές στιγμές. Τους είδα κουρασμένους, ανήσυχους, λυπημένους, απελπισμένους. Τους είδα επίσης ευτυχισμένους, χαρούμενους, μαγεμένους από τη ζωή. Δεν τους είδα ποτέ, ούτε πικρόχολους, ούτε να έχουν καταθέσει τα όπλα, ούτε θριαμβευτές. Και, κυρίως, δεν τους είδα ποτέ εφησυχασμένους…»

Ο έρωτας της Μελίνας και του Ντασέν δεν είναι μόνο η μαγική συνάντηση δυό ανθρώπων – είναι συνάντηση δύο κόσμων. Εκείνος λατρεύει τη φλόγα της. Εκείνη τον θαυμάζει απεριόριστα και βασανίζεται από μια τρελή ζήλια.

«Υπήρχαν φορές που εγώ καθόμουν στον καναπέ και ο Τζούλης έγραφε. Αυτό με πείραζε πολύ. Αλλά τον ερωτεύτηκα τρομερά, μέχρι αυτοκτονίας. Και μου έδειξε μια άλλη πρόταση ζωής. Ήμουν πολύ κυνικό πλάσμα και μου είπε πράγματα που δεν τα είχα ξανακούσει. Τον θαύμαζα πάρα πολύ. Έζησα τον απόλυτο έρωτα».
”Τον κινηματογράφο ο Τζούλης μου τον έμαθε. Μου έμαθε τα πάντα” θα ακούσουμε να λέει.

Στις Κάννες θα επιστρέψουν μαζί το 1960 για να προκαλέσουν πανικό. Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα γνωρίζουν το συρτάκι, τα παιδιά του Πειραιά και φυσικά την Μελίνα. Το ”Ποτέ την Κυριακή” είναι η ταινία που την καταξιώνει. Πέντε υποψηφιότητες για Όσκαρ ανάμεσά τους ο πρώτος γυναικείος ρόλος. Χάνει από την Ελίζαμπεθ Τέιλορ όμως ο Χατζηδάκις κερδίζει για τη μουσική.

Όλα τα διεθνή μέσα μιλούν για τους Έλληνες και το γλέντι που έστησαν. Ο Γιώργος Ζαμπέτας παίζει μπουζούκι, η Μελίνα χορεύει συρτάκι και ο Ντασέν σπάει πιάτα. Λέγεται πως έσπασαν πάνω από 4000 εκείνο το βράδυ.

 

Η Μελίνα το 1961 ενσαρκώνει τη ”Φαίδρα”. Τα γυρίσματα εντός του Βρετανικού Μουσείου στην αίθουσα που εκτίθενται τα μάρμαρα του Παρθενώνα θα σημάνουν την αρχή ενός αέναου αγώνα.

Η Χούντα θα φρενάρει τα σχέδιά της, αφαιρώντας της την ελληνική ιθαγένεια. Θα αυτοεξοριστεί στο Παρίσι όπου θα δηλώσει: “Γεννήθηκα Ελληνίδα, θα πεθάνω Ελληνίδα”. Επέστρεψε  μετά την πτώση της. Αποτέλεσε  ιδρυτικό μέλος του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος και το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου της ζητά να κατέβει υποψήφια στη Β’ περιφέρεια Πειραιά. Χάνει την έδρα για 33 ψήφους αλλά τον Νοέμβρη του ’77 εκλέγεται. Το 1981 η Μελίνα ορκίζεται υπουργός πολιτισμού. Διατηρεί το αξίωμά της ως το τέλος της πρώτης οκταετίας των κυβερνήσεων Παπανδρέου, μένοντας αλώβητη σε κάθε ανασχηματισμό.  Ο Ντασέν ένα πράγμα δεν μπόρεσε,  δεν άντεξε να της συγχωρέσει – και κείνη το ‘ξερε : το ότι, μετά το 1981 παράτησε το θέατρο για να γίνει επαγγελματίας πολιτικός. «Η Μελίνα είναι μια θεά που μέσα της βρίσκει ησυχία ο Διάβολος», έλεγε ο Ντασέν. Και οι θεές, δεν πρέπει ποτέ να κατεβαίνουν στη γη…

Τον Ιούλιο του 1982 στη Διεθνή Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της Unesco στο Μεξικό θέτει για πρώτη φορά επίσημα θέμα επιστροφής των μαρμάρων. “Υπάρχουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Δεν υπάρχουν Ελγίνεια Μάρμαρα. Όπως υπάρχει ο Δαβίδ του Michael Angelo, υπάρχει η Αφροδίτη του Da Vinci, υπάρχει ο Ερμής του Πραξιτέλη, υπάρχουν οι Ψαράδες στη θάλασσα του Turner, υπάρχει η Capella Sixtina. Δεν υπάρχουν Ελγίνεια Μάρμαρα” θα φωνάζει μέχρι τέλους.

αρχείο λήψης

Η Μελίνα ήταν χαρισματική, ήταν κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο. Έβαζε το κορμί της μπροστά χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Ήταν παρορμητική, δυναμική, καθηλωτική. Δεν λογάριαζε πρωτόκολλα και τύπους. Με ένα τσιγάρο στο χέρι μπορούσε να καταφέρει τα πάντα. Μάγευε άμα τη εμφανίσει της. Περνούσε το κατώφλι και όλα τα μάτια μαγνητίζονταν. Υπουργοί, βουλευτές και αρχηγοί κρατών έπεφταν στα πόδια της.

Για εκείνη το πολυτιμότερο πράγμα πάνω στη γη είναι η ελευθερία. Θέλει να είναι ελεύθερη. Όλη της τη ζωή παλεύει για να το καταφέρει. Σιχαίνεται τους δοτούς ρόλους και τα στενά καλούπια. Η πληθωρική της προσωπικότητα δε χωρά πουθενά. Είναι ελεύθερη και ταυτόχρονα δέσμια της αγαπημένης της συνήθειας. Το τσιγάρο που τόσο αγάπησε θα είναι κι αυτό που θα την οδηγήσει στον θάνατο. Η διάγνωση αναφέρει καρκίνο στον πνεύμονα. Είναι δυνατή γιατί όλοι είναι στο πλευρό της. ”Νόμιζα πως φοβόμουν την αρρώστια αλλά τελικά φοβάμαι τη στιγμή που δε θα με αγαπούν πια”. Δε θα συμβεί ποτέ, ο φόβος της δε θα γίνει ποτέ πραγματικότητα.

Ετοιμοθάνατη σε ένα κρεβάτι στο Memorial της Νέας Υόρκης θα ζητήσει ένα Asos. ”Από τη ζωή μέχρι το θάνατο ένα τσιγάρο δρόμος” θα πει αποστομωτικά στους γιατρούς που δυσανασχετούν. Το τσιγάρο γίνεται σύμβολο της ανυπότακτης ιδιοσυγκρασίας της και οι Έλληνες πιστοί ακόλουθοι της αύρας της.

Σβήνει ταλαιπωρημένη το απόγευμα της 6ης Μαρτίου του 1994. Η σορός της μεταφέρθηκε στην Αθήνα και εξετέθη σε λαϊκό προσκύνημα. Ήταν η πρώτη Ελληνίδα που κηδεύτηκε με τιμές αρχηγού κράτους και μία λαοθάλασσα την συνόδευσε στην τελευταία παράστασή της. Την ώρα της κηδείας της τα θέατρα και τα μαγαζιά στο Brodway παρέμειναν κλειστά ενώ η 6η Μαρτίου, ημέρα του θανάτου της, έχει ορισθεί από την Unesco ως παγκόσμια ημέρα Πολιτισμού.

Η τελευταία Ελληνίδα θεά, όπως την αποκαλεί η ιταλική Corriere della Sera, περνά εφόρου ζωής στο συλλογικό ασυνείδητο. Η Μελίνα γίνεται μέρος της ιστορίας. Η Μελίνα είναι πια ιστορία.

 

 

Διαβάστε επίσης