18 Μαρτίου 1996 “έφυγε” ο Οδυσσέας Ελύτης.

Σαν σήμερα…… στις 18 Μαρτίου “έφυγε” το 1996 ο μεγάλος ποιητής, ο μεγάλος άνθρωπος, Οδυσσέας Ελύτης.

Λίγο μετά τη βράβευση του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1979, ο ίδιος αποκάλυψε  πως «δημιούργησε» το ψευδώνυμο «Ελύτης» αφού το επίθετό του ήταν Αλεπουδέλης.

Όπως αφηγήθηκε ο ποιητής: «Όταν το 1935, που έκανα την πρώτη μου εμφάνιση, με πίεσαν οι εκδότες των «Νέων Γραμμάτων», δηλαδή ο Γιώργος Κατσίμπαλης και ο Γιώργος Σεφέρης, να δημοσιεύσω τα πρώτα μου ποιήματα, είχα πολλές αντιρρήσεις και υπάρχει ακόμα ένα γράμμα που έστειλα στον Κατσίμπαλη και στο οποίο προέβαλα διάφορους λόγους, για τους οποίους δε ήθελα ακόμα να εμφανιστώ»

» Εν πάση περιπτώσει, αυτοί κάθισαν και τα τύπωσαν και μου εμφάνισαν τα δοκίμια με τα ποιήματά μου, που τους είχα εμπιστευθεί, έτοιμα. Πολύ βιαστικά λοιπόν, έπρεπε να πάρω μια απόφαση για το τι όνομα θα έβαζα ως υπογραφή. Ήθελα κάποιο ψευδώνυμο, δεν ήθελα να υπάρχει το πραγματικό μου όνομα. Και επειδή πάντοτε οι λέξεις που άρχιζαν από «ελ», έψιλον και λάμδα, μου ασκούσαν μια μαγεία – είτε γιατί ήταν η Ελλάδα, είτε η ελπίδα, είτε μια Ελένη που ήμουν τότε ερωτευμένος, η ελευθερία, όλες αυτές που αρχίζουν από «ελ» – σκέφτηκα να το αρχίσω έτσι…»

» Κατόπιν ήταν το γράμμα ύψιλον, που για μένα είναι το πιο ελληνικό γράμμα. Και έβαλα μετά το λάμδα, το ύψιλον. Δεν χρειαζόταν λοιπόν, παρά να βάλω μια κατάληξη που να είναι και λίγο αρχαιοπρεπής αν θέλετε –ύτης και έτσι ενώ στην αρχή έψαχνα να βάλω κάτι μεταξύ του «ελ» και του «της», έβαλα το ύψιλον και βγήκε το Ελύτης».

Στις 18 Μαρτίου του 1996 πεθαίνει στην Αθήνα ο Οδυσσέας Ελύτης

Αναρωτιέμαι μερικές φορές…………

Αναρωτιέμαι μερικές φορές:

Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά ,πως η ζωή μου είναι μία;

Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.

Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μη βλέπεις ,πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους.

Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται.

Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους.

Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά.

Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα.

Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς.

Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω.

Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.

Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους.

Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.

Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ.

Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν.

Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει

όσο κι αν το κυνηγά

πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά

δεύτερη ζωή δεν έχει.

(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

 

Διαβάστε επίσης