
Αυτές τις ημέρες συμπληρώθηκαν πενήντα τέσσερα χρόνια από τις 13 Αυγούστου 1968, όταν ο Παναγούλης προβαίνει στην κορυφαία αντιδικτατορική πράξη, την απόπειρα δολοφονίας κατά του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου.
Το τυραννικό καθεστώς συμπληρώνει εκείνες τις ημέρες σχεδόν ενάμιση χρόνο ζωής, έχοντας θέσει ισχυρές βάσεις διατήρησής του, μέχρι τη στιγμή που, όπως δηλώνει προφητικά ο Γεώργιος Σεφέρης ελάχιστους μήνες μετά: «Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος». Μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό οι αναγνωρίσεις του στρατιωτικού καθεστώτος από τη διεθνή κοινότητα είναι μαζικές και μόνο στις χώρες με έντονο το στοιχείο της ομογένειας ακούγονται φωνές διαμαρτυρίας.

Μέσα στη χώρα, παρότι η δικτατορία είναι αναμενόμενη από όλους, οι δημοκρατικές δυνάμεις του τόπου δεν έχουν καταφέρει να συγκροτήσουν δυναμική και συλλογική αντίδραση με αποτέλεσμα οι αντιδικτατορικές ενέργειες να είναι μεμονωμένες και ανοργάνωτες.
Στην Κύπρο
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης από τις πρώτες ημέρες του πραξικοπήματος λιποτακτεί από τον στρατό και τον Ιούνιο του 1967 φτάνει κυνηγημένος στην Κύπρο για να οργανώσει ένοπλη δράση κατά των συνταγματαρχών. Στη μεγαλόνησο, ύστερα από πολλές περιπέτειες, αποκτά έναν απρόσμενο σύμμαχο, τον πρώην μαχητή της ΕΟΚΑ και μαχητικό αντικομμουνιστή Πολύκαρπο Γιωρκάντζη, που, για ασαφείς μέχρι σήμερα λόγους, βοηθά τον καταζητούμενο Παναγούλη. Το βέβαιο όμως είναι ότι χωρίς το διαβατήριο με το όνομα Μάριος Ανδρέου που του δίνεται και χωρίς τα εκρηκτικά που του προμηθεύει ο τότε υπουργός Εσωτερικών της Κύπρου, δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου. Οχι τόσο άμεσα τουλάχιστον.

Ο Παναγούλης επιστέφει μέσω Ιταλίας στην Ελλάδα όπου συγκροτεί την οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση» υπό τον τίτλο της οποίας προετοιμάζει την τυραννοκτονία. Έχοντας πληροφορηθεί από έναν Κρητικό φύλακα του Παπαδόπουλου την καθημερινή διαδρομή που ακολουθεί ο τελευταίος από τη βίλα του στο Λαγονήσι προς την Αθήνα, ο Αλέξανδρος Παναγούλης τοποθετεί τα εκρηκτικά στο 31ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, δίπλα σε ένα γεφυράκι. Την ίδια στιγμή της απόπειρας, το φιλόδοξο σχέδιο λέει πως θα υπήρχαν εκρήξεις βομβών της «Ελληνικής Αντίστασης» σε καίρια σημεία της πρωτεύουσας, που θα μετέφεραν σε Ελλάδα και εξωτερικό την εικόνα ότι η Αθήνα είναι στις φλόγες.

Όμως τίποτα από τα παραπάνω δεν γίνεται, αφού όλα πηγαίνουν λάθος. Το μικρότερο σύρμα, η όχι καλή οργάνωση, κάποια δέκατα του δευτερολέπτου γρηγορότερα το πάτημα του κουμπιού, η τύχη του δικτάτορα, όλα αυτά συντελούν στη διάσωση του τυράννου και το καίριο πλήγμα στη δικτατορία δεν ολοκληρώνεται. Ο δράστης συλλαμβάνεται με το μαγιό του και πέφτει στα χέρια της χούντας. Ο Παναγούλης οδηγήθηκε στο άντρο των βασανιστηρίων της ΕΣΑ. Την ανάκρισή του ανέλαβε ένας από τους πλέον διαβόητους βασανιστές, ο ταγματάρχης Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, ενώ το ίδιο βράδυ κατέφτασε επειγόντως από τη Δράμα, όπου βρισκόταν, ο διοικητής της ΕΣΑ και αργότερα οργανωτής της προδοσίας της Κύπρου, αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Ιωαννίδης.
Τα ανατριχιαστικά βασανιστήρια που υπέστη από τον Θεόδωρο Θεοφιλογιαννάκο αλλά και τους υπόλοιπους βασανιστές της χούντας περιγράφει ο Αλέκος Παναγούλης.
«………. συνελήφθην το πρωί της 13ης Αυγούστου, στην παραλιακή οδό, στο σημείο που έγινε η απόπειρα εναντίον του Παπαδόπουλου. Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι τη στιγμή που βγήκα από τις φυλακές μου δόθηκε πολλές φορές η ευκαιρία να συναντήσω τον κατηγορούμενο Θεοφιλογιαννάκο», ξεκινά την συγκλονιστική αφήγησή του o Παναγούλης.
«Από την πρώτη στιγμή και παρουσία των Λαδά, Τζεβελέκου, Καραμπάτσου άλλων ανωτέρων και ανωτάτων αξιωματικών άρχισε με τα χέρια δεμένα πίσω να μου κάνει εγκαύματα με το τσιγάρο του, να μου τραβάει τα μαλλιά και να μου χτυπάει το κεφάλι ωρυόμενος και στη συνέχεια προχωρήσαμε για να φτάσουμε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.
Η ανάκριση άρχισε κλιμακούμενη από της περιοχής των γρονθοκοπημάτων, των εγκαυμάτων, της φάλαγγος και των ραβδισμάτων μέχρι και της περιοχής των σεξουαλικών βασανιστηρίων. Ο Θεοφιλογιαννάκος ο ίδιος προσωπικά με χτύπησε με ένα καλώδιο, κατ’ επανάληψη σε όλο μου το σώμα. Υπάρχουν ακόμη στην περιοχή των ώμων μου σημάδια γιατί το άκρο του καλωδίου ήταν δεμένο με σύρμα και δημιούργησε μεγαλύτερη πληγή. Και στη μια πλευρά και στην άλλη».
Ο ίδιος ο Θεοφιλογιαννάκος, συνεχίζει ο Αλέκος Παναγούλης, «υπήρξε μάρτυρας όταν ο Μάλλιος και ο Μπάμπαλης μου είχαν περάσει σιδηρά βελόνη στην ουρήθρα και εθέρμαιναν το εκτός της ουρήθρας μέρος…».
Στη συνέχεια ο Παναγούλης περιγράφει πώς ο Θεοφιλογιαννάκος του έκλεινε το στόμα ώστε να μην μπορεί να αναπνεύσει μέχρι που τον δάγκωσε και έκτοτε χρησιμοποιούσε κουβέρτα και μαξιλάρια για να τον εμποδίσει να αναπνεύσει.
«Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο»
Πώς περιγράφει όμως ο ίδιος ο Αλέξανδρος Παναγούλης εκείνες τις δραματικές ώρες της απόπειρας δολοφονίας του Παπαδόπουλου; «Θυμάμαι σαν να είχα μισοκοιμηθεί ανάμεσα στους βράχους. Από τις κινήσεις των αστυνομικών καταλαβαίνω ότι το αυτοκίνητο πρόκειται να περάσει. Να το, φαίνεται στο βάθος του δρόμου. Μπροστά είναι οι μοτοσικλετιστές, αμέσως κατόπιν ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας, πίσω το αυτοκίνητο της Ασφάλειας. Στη μέση το αυτοκίνητο που με ενδιαφέρει. Ένα αυτοκίνητο μαύρο. Χάθηκαν πάλι σε μία στροφή. Σηκώνομαι λίγο για να δω πότε θα περάσει τη στροφή. Χαίρομαι που το χέρι μου, που κρατάει το καλώδιο, δεν τρέμει καθόλου. Τα μάτια μου, πάντα καρφωμένα στο δρόμο. Η συνοδεία ξαναφάνηκε. Πλησιάζει. Πλησιάζει πάντοτε πιο πολύ. Το μαύρο αυτοκίνητο μεγαλώνει. Το χέρι μου κάνει την επαφή. Πετιέται ένας μεγάλος σωρός από χώματα και πέτρες. Οι νάρκες έχουν εκραγεί. Εγώ το έκανα, εγώ που δεν μπορώ να σκοτώσω άνθρωπο. Εγώ που πρέπει, έπρεπε να σκοτώσω τον τύραννο… Άραγε πέτυχα; Με βασανίζει αυτό το ερώτημα».

Ίσως δεν είναι γραφτό να περάσει ο Παναγούλης στην Ιστορία ως εκτελεστής ενός δικτάτορα, αλλά ως ένας διαχρονικός μάρτυρας της δημοκρατίας. Άλλωστε ο ίδιος τονίζει πάντα την απέχθειά του για τις δολοφονικές ενέργειες: «Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επεδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο». Παρ’ όλα αυτά ο παραλίγο τυραννοκτόνος θα το ξανάκανε αν υπήρχε και πάλι ανάγκη: «Αν χρειαζόταν, θα επαναλάμβανα την απόπειρα δολοφονίας ενός δικτάτορα. Προσπάθησα να σκοτώσω τον Παπαδόπουλο γιατί πίστευα ότι με τον θάνατό του θα άλλαζε η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα», είναι οι δηλώσεις του όταν επιστρέφει στην Ελλάδα μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Είναι πάλι 13 Αυγούστου…


