
10 Ιουνίου του 1944, Σάββατο πρωί και Γερμανοί στρατιώτες μπαίνουν στην κωμόπολη του Διστόμου, του νομού Βοιωτίας. Φεύγοντας άφησαν πίσω τους νεκρούς, καμένα σπίτια, και θανατερή σιωπή.
Η σφαγή του Διστόμου ξεπερνάει σε αγριότητα και απανθρωπιά όλα τα ειδεχθή εγκλήματα που διέπραξαν στην Ελλάδα οι Γερμανοί Ναζί. Τα γεγονότα που εκτυλίχτηκαν στο Δίστομο στις 10 Ιουνίου του 1944 έχουν ως εξής:
Το 1944 οι Ναζί υποχωρούσαν σε όλα τα μήκη και πλάτη των μετώπων και η ήττα τους προδιαγράφονταν βέβαιη. Εκείνοι όμως έμεναν μακριά από την πραγματικότητα και αναζητούσαν τρόπους ώστε να επιβάλλουν την κυριαρχία τους. Στην Ελλάδα γνώρισαν από πρώτο χέρι, ότι η χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία δεν δύναται να ταυτιστεί μαζί τους και μέσω εγκληματικών πράξεων, θέλησαν να αποδείξουν την «ανωτερότητα» της Άριας Φυλής, που στη δική τους πλάνη φάνταζε ως κυρίαρχη του πλανήτη.
Το Δίστομο βρίσκεται στους πρόποδες του Παρνασσού και απέχει περίπου 25 χιλιόμετρα από τη Λιβαδειά. Μία περιοχή όπου οι αντάρτες ουσιαστικά έλεγχαν από καιρό και οι κατακτητές είχαν περιοριστεί στα αστικά κέντρα. Άπαντες εκείνο το καλοκαίρι έδειχναν πεπεισμένοι πως σύντομα θα ακουστεί ο επιθανάτιος βρόγχος της κατοχής. Όπως και τελικά συνέβη τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, αλλά οι Ναζί ως πληγωμένο θηρίο, έψαχναν το πώς θα ξεδιψάσουν την ακόρεστη επιθυμία τους για αίμα. Μάλιστα εκ των υστέρων αποδείχθηκε πως αυτό αποτέλεσε την «πολιτική τους παρακαταθήκη», αφού εκείνο το διάστημα εντάθηκαν οι κτηνωδίες σε όλες τις κατεχόμενες χώρες (π.χ. σε Γαλλία, Τσεχία, Σερβία) και δεκάδες πόλεις βίωσαν τον αφανισμό.
Εκείνο το πρωινό ξεκίνησε η από καιρό σχεδιασμένη ενέργεια των SS, που αφορούσε την σύλληψη ή θανάτωση ανταρτών. Συνολικά διατέθηκαν τρεις λόχοι, οι οποίοι με διαφορά ωρών αναχώρησαν από τη Λιβαδειά με προορισμό την Αράχοβα. Ως «δόλωμα» οι Ναζί είχαν δύο επιταγμένα φορτηγά, στα οποία επέβαιναν άνδρες τους με ρουχισμό ανάλογο των Ελλήνων αγροτών, ώστε να παγιδέψουν τους αντιστασιακούς. Ωστόσο μέχρι και το Δίστομο όπου ενώθηκαν όλες οι δυνάμεις τους, δεν εντόπισαν κάποιους, παρά μόνο 12 χωρικούς που βρίσκονταν στις εργασίες τους και τους πήραν ομήρους.
Τότε η φάλαγγα ξεκίνησε για το Στείρι, όμως στη θέση Καταβόθρα συναντήθηκε με μονάδα του ΕΛΑΣ που είχε σταθμεύσει εκεί τόσο για να επιτηρεί την περιοχή, όσο και για ανεφοδιασμό με νερό. Μόλις οι Γερμανοί έγιναν αντιληπτοί, άρχισε μία φονική μάχη που κράτησε περίπου δύο ώρες. Οι αντάρτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν λόγω της πίεσης που δέχονταν και είχαν 15 απώλειες, ενώ οι Γερμανοί πάνω από 40. Μεταξύ αυτών και ένας ανώτερος αξιωματικός, ο οποίος λέγεται πως πριν ξεψυχήσει είπε για το Δίστομο. «Μην αφήσετε ούτε γάτα», καθώς θεώρησε πως οι κάτοικοι του χωριού ενημέρωσαν τους αντιστασιακούς. Η θέα των πτωμάτων «τρέλανε» τους Γερμανούς, οι οποίοι επέστρεψαν στο Δίστομο και πλέον, η μικρή κωμόπολη της Βοιωτίας θα περνούσε στο πάνθεον της ιστορίας ως ένας τόπος μαρτυρίου. Η τραγική ειρωνεία των όσων θα συμβούν ήταν πως λίγο πριν, είχε τελεστεί μνημόσυνο για τέσσερις κατοίκους του που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της κατοχής.

Αρχικά εκτέλεσαν τους 12 ομήρους και στη συνέχεια επιδόθηκαν σε κάθε είδους φρικαλεότητα. Εισέβαλαν στα σπίτια και σκότωσαν επί τόπου όποιον άνδρα συναντούσαν, αλλά οι γυναίκες και τα παιδιά βίωσαν τα αρρωστημένα μυαλά των δημίων τους, που ήταν βγαλμένα από την κόλαση του Δάντη. Πολλές βιάσθηκαν και μετά τις ξεκοίλιασαν ή έκοψαν τους μαστούς τους, στις έγκυες έσκιζαν με τη ξιφολόγχη την κοιλιά και ποδοπατούσαν τα έμβρυα και σε άλλα παιδιά έβγαζαν τα έντερα από τα σωθικά τους και τα τύλιγαν σε αυτά. Ο ιερέας του χωριού βασανίστηκε βάναυσα, αφού πρώτα του έβγαλαν τα μάτια και ύστερα τον αποκεφάλισαν. Οι κατακτητές δεν ήθελαν μόνο να σκοτώσουν αλλά κυρίως να ικανοποιήσουν κάθε σαδιστικό τους ένστικτο, καθώς στα θύματά τους δεν έδιναν τη χαριστική βολή, αλλά ως επί το πλείστον τα άφηναν να ξεψυχήσουν με φρικτούς πόνους και βουτηγμένα στο αίμα.
Πολλά μωρά εκσφενδονίστηκαν από τα παράθυρα και ποδοπατήθηκαν, όπως και δεκάδες ζώα που βρέθηκαν στο διάβα των Γερμανών. Ελάχιστοι γλίτωσαν, κάποιοι λίγοι τυχεροί που δεν βρίσκονταν στο χωριό, άλλοι επειδή πρόλαβαν και διέφυγαν προς το βουνό πριν οι κατακτητές αποκλείσουν κάθε πέρασμα, ενώ υπάρχει και η ιστορία ορισμένων παιδιών, τα οποία βούτηξαν σε γούρνες με περιττώματα και οι Γερμανοί δεν πλησίασαν εκεί λόγω της κακοσμίας που εξέπεμπαν.

Το «κακό» σταμάτησε μόλις έπεσε η νύχτα και τα SS κλήθηκαν να επιστρέψουν στη Λιβαδειά, εκτελώντας παράλληλα όποιον βρήκαν στο πέρασμά τους. Ο απολογισμός της θηριωδίας τους ήταν τραγικός. Το χωριό τυλίχθηκε στις φλόγες και συνολικά 228 ψυχές έχασαν τη ζωή τους, εκ των οποίων οι 117 ήταν γυναίκες και οι 111 άντρες. Μεταξύ των θυμάτων ήταν και 53 παιδιά κάτω των 15 ετών, τα 20 βρέφη.
Λίγες ημέρες μετά τη σφαγή έφτασε στο Δίστομο ο Τζορτζ Γουέρλι, εκπρόσωπος του «Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού» στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ο Ελβετός έμεινε άφωνος με τα όσα αντίκρισε, καθώς πτώματα παρέμειναν ξεκοιλιασμένα στους δρόμους και πολλά κρέμονταν στα δένδρα. Οι δικοί του υπολογισμοί ανέβασαν τους νεκρούς στους 600, ωστόσο ο αριθμός είναι διογκωμένος, προφανώς από το σοκ που υπέστη.
Σα να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, οι Γερμανοί επέστρεψαν στην περιοχή στα τέλη του Ιουνίου και έκαψαν τα σπίτια στο Στειρί, χωρίς όμως απώλειες καθώς οι κάτοικοί του πρόλαβαν και το εγκατέλειψαν. Ομως η σφαγή της 10ης Ιουνίου δεν μπορούσε να μείνει μυστική και άρχισε να κάνει τον γύρο του κόσμου. Οι Ναζί έφτασαν στο σημείο να την αποδώσουν στον ΕΛΑΣ και στον κατοχικό Τύπο δημοσιεύτηκαν άρθρα με τίτλο «Η δημοκοπία περί ωμοτήτων εις το Δίστομον»! Σε αυτά, μεταξύ άλλων, αναφέρονταν πως οι αντάρτες είχαν οχυρωθεί στο χωριό, ότι τα θύματα ήταν ως επί το πλείστον αντιστασιακοί και υπήρξαν ορισμένα από τον άμαχο πληθυσμό επειδή έγινε χρήση βαρέων όπλων. Ωστόσο εκείνη η αποφράδα μέρα δεν κρύφτηκε από την ιστορία και της έχει αποδοθεί η σημασία που της αρμόζει.
Πλέον στο Δίστομο τίποτε δεν θα ήταν το ίδιο. Οι επιζήσαντες έθαψαν τους νεκρούς τους και έχτισαν ξανά τα σπίτια τους, σε ένα χωριό που για χρόνια ακούγονταν μόνο μοιρολόγια. Οι γυναίκες φορούσαν πάντα μαύρα και στον αέρα νόμιζες πως υπήρχε διασκορπισμένη η μυρωδιά του θανάτου. Γάμοι και βαφτίσια γίνονταν σε στενό οικογενειακό κύκλο και ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει.

Αλλά ακόμη και μέσα σε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, υπήρξαν στιγμές που σε κάνουν να ανατριχιάζεις. Τις εξιστορεί ο Στούρε Λινέ, στο βιβλίο του «Η Οδύσσειά μου», όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται στο διάστημα που ήταν στέλεχος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα. Ο Σουηδός διπλωμάτης βρέθηκε στο Δίστομο τόσο μετά τη σφαγή, όσο και όταν άρχισε η αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής. Ο λόγος της δεύτερης επίσκεψής του ήταν επειδή γύρω από το χωριό εγκλωβίστηκε από τους αντάρτες μία γερμανική μονάδα και όταν ενημερώθηκε για αυτό, τηλεγράφησε πως θα μεταβεί εκεί αυτοπροσώπως, ώστε να αποφευχθεί μία νέα αιματοχυσία. Όπως ο ίδιος γράφει, φοβόταν για εκδίκηση από την πλευρά των Ελλήνων, αλλά τον περίμενε μία μεγάλη έκπληξη.
Μαζί του πήρε και φορτηγά γεμάτα τρόφιμα ως ανθρωπιστική βοήθεια και μόλις έφτασε στο χωριό, συνάντησε τον αρχηγό της αντιστασιακής μονάδας και έναν παπά. Ο τελευταίος του μετέφερε τότε πως οι Έλληνες δεν θα πειράξουν τους Γερμανούς που είναι ελεύθεροι να αποχωρήσουν και μάλιστα, του είπε ότι μπορεί να δώσει σε εκείνους το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών που έφερε! «Όλοι πεινάμε, αλλά εμείς είμαστε στον τόπο μας, κάτι θα βρούμε. Εκείνοι και έχασαν τον πόλεμο και έχουν δρόμο να κάνουν», κατέγραψε τα λόγια του και ο Λινέ σχολίασε πως αμέσως βούρκωσε από συγκίνηση και έβαλε τα κλάματα.
Τα όσα συνέβησαν στο Δίστομο προκάλεσαν την αντίδραση και ορισμένων Γερμανών, που κατήγγειλαν πως τα SS προχώρησαν σε άνευ λόγου και αιτία αντίποινα. Τόσο σοκαριστικά ήταν τα πεπραγμένα τους. Έτσι οι δυνάμεις κατοχής «αναγκάστηκαν» να προχωρήσουν σε δίκη και να ζητήσουν εξηγήσεις από τον λοχαγό Φριτς Λαούντενμπαχ που ηγήθηκε της επιχείρησης. Στην απολογία του τόνισε ψευδώς ότι δέχθηκαν πυρά μέσα από το Δίστομο και για αυτό προχώρησε στις εκκαθαρίσεις, κάτι που αμφισβητήθηκε από αρκετούς αξιωματικούς της Βέρμαχτ που συνόδευαν τη μονάδα του. Σίγουρα η δίκη του ήταν παρωδία και πραγματοποιήθηκε για τους τύπους – δεν κλήθηκε ως μάρτυρας ούτε ένας Έλληνας – αλλά αντικατοπτρίζει ανάγλυφα το πώς αισθάνονταν πολλοί εκείνον τον καιρό.
Μετά τη συνθηκολόγηση του Γ’ Ράιχ, ως υπεύθυνος για τη σφαγή στο Δίστομο θεωρήθηκε ο υπολοχαγός Χανς Ζάμπελ, ο οποίος αρχικά διέφυγε στο Παρίσι. Εντοπίστηκε το 1949 και τελικά παραδόθηκε στη χώρα μας, όμως οι εδώ κυβερνήσεις ακολουθούσαν – και λόγω των διεθνών συγκυριών – ήπια πολιτική. Καταδικάστηκε μεν σε ισόβια, αλλά λίγο αργότερα από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητήθηκε η έκδοσή του. Μπήκε στο αεροπλάνο για τη Βόννη και δεν επέστρεψε ποτέ. Μάλιστα κατά πάσα πιθανότητα δεν λογοδότησε ούτε στην πατρίδα του και προστέθηκε στον μακρύ κατάλογο των «χασάπηδων» της εποχής, οι οποίοι δεν τιμωρήθηκαν για τα αίσχη τους στην περίοδο της κατοχής. Άλλωστε η Ελλάδα κατέχει ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό, σε ότι αφορά τις δίκες εγκληματιών πολέμου ή δωσίλογων και είναι χαρακτηριστικό πως περισσότεροι εκτελέσθηκαν από τους αντάρτες ή κατοίκους χωριών, παρά από την πολιτεία.
Έτσι ο Ζάμπελ… εξαφανίστηκε το 1953, αλλά «εμφανίστηκε» μεταφορικά το 1976, όταν ο Θανάσης Παπούλιας, με συνέντευξή του στα «Νέα», αποκάλυψε πως τον είχε σκοτώσει στη φυλακή. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που πέρασε πολλά στη ζωή του, διώχθηκε για τα φρονήματά του και μετά από εξορίες και βασανιστήρια, βρέθηκε όπως και ο Γερμανός αξιωματικός στις φυλακές «Αβέρωφ».
Με σκοπό να τον εκδικηθεί για τα όσα συνέβησαν το 1944, του επιτέθηκε με ένα σίδερο που έκοψε από τα μπάνια. Τα λόγια του – αποφυλακίστηκε μετά την πτώση της Χούντας – προκάλεσαν πολλά ερωτηματικά, ενώ τόσο συγκρατούμενοί τους όσο και υπάλληλοι του σωφρονιστικού ιδρύματος, επιβεβαίωσαν την επίθεσή του στον Ζάμπελ. Ωστόσο ύστερα από έρευνα που διεξήχθη, αποκαλύφθηκε πως ο Ναζί δεν πέθανε από τα τραύματα που του επέφερε, αλλά εκδόθηκε στην ΟΔΓ μετά την ανάρρωσή του. Επειδή μάλιστα χάθηκαν τα ίχνη του, ενισχύθηκε η άποψη πως έζησε ελεύθερος από το «μηδέν», έχοντας πάρει άλλη ταυτότητα.
Σήμερα, 74 χρόνια μετά εκκρεμεί το ζήτημα των αποζημιώσεων. Οι οικογένειες των εκτελεσθέντων κατέφυγαν τόσο στα ελληνικά δικαστήρια (αρχής γενομένης από το Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς το 1995), όσο και σε ιταλικά (της Φλωρεντίας). Όλα αποφάνθηκαν υπέρ τους και πήραν την έγκριση για κατάσχεση μέρους της ακίνητης περιουσίας της Γερμανίας, η οποία όμως προσέφυγε στη Χάγη και «φρέναρε» την υπόθεση. Μάλιστα και οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις έδειξαν να κωλυσιεργούν. Έτσι ακόμη και τώρα δεν υπάρχει η παραμικρή δικαίωση για τη μνήμη των θυμάτων.
H ταινία «Ένα τραγούδι για τον Αργύρη» (2007)
Είναι η συγκινητική ιστορία της ζωής του Αργύρη Σφουντούρη με φόντο τα γεγονότα που στιγμάτισαν την Ελλάδα τα τελευταία xρόνια, από την Γερμανική Κατοχή και τον Εμφύλιο μέχρι τη Μεταπολίτευση. Είναι ταυτόχρονα μια ταινία για την αντιμετώπιση του προσωπικού θρήνου ενός ανθρώπου που σε ηλικία 4 ετών έχασε τους γονείς του και 30 συγγενείς στη σφαγή του Διστόμου.


