13.12.1943: Το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Το συγκλονιστικότερο δείγμα της χιτλερικής θηριωδίας και βαρβαρότητας στην Ελλάδα.

 

kalavrita_zapalena.jpg

                         (Γερμανοί στρατιώτες “αναπαύονται” μετά τη σφαγή των αμάχων.                                     Πίσω τους τα φλεγόμενα Καλάβρυτα)

 

Στις 13 του Δεκέμβρη 1943, τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής που έκαναν «εκκαθαριστικές» επιχειρήσεις στην Αχαΐα και στο πέρασμά τους άφηναν πίσω τους θάνατο και ερείπια, τουφέκισαν όλο σχεδόν τον άρρενα πληθυσμό της κωμόπολης των Καλαβρύτων, σύμφωνα με προκαθορισμένο σχέδιό τους.

Η επιχείρηση των Γερμανών στόχευε στην τρομοκράτηση των ντόπιων με εκτελέσεις αμάχων και λεηλασίες, πυρπόληση οικιών καθώς και στην ολική εκκαθάριση του ορεινού όγκου του Χελμού από αντιστασιακές ομάδες και αντάρτες. 

Η ομαδική σφαγή και η πυρπόληση των Καλαβρύτων στις 13 Δεκέμβρη 1943, είναι το συγκλονιστικότερο δείγμα της χιτλερικής θηριωδίας και βαρβαρότητας στην Ελλάδα. Οι Γερμανοί τρεις μήνες προσπαθούσαν να καταλάβουν τα Καλάβρυτα που είχαν λευτερωθεί και κρατούνταν από τον ΕΛΑΣ.

Στις 8.12.1943 δύο ολόκληρα συντάγματα των Ες-Ες επιτέθηκαν με μηχανοκίνητα από το Αίγιο. Έπειτα από αιματηρές μάχες τα τμήματα του ΕΛΑΣ αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μπροστά σε μεγαλύτερες δυνάμεις των Γερμανών. Οι καταχτητές έκαψαν στο πέρασμά τους τα χωριά Κερπινή, Ρογούς κ.ά. σκότωσαν, όπως αναφέρθηκε, όσους βρήκαν εκεί και με πυροβολικό χτυπούσαν τα Καλάβρυτα. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, ύστερα από ειδοποίηση της τοπικής οργάνωσης του ΕΑΜ, αρχικά είχε  σκορπίσει στα γύρω βουνά. Οι Γερμανοί όμως κυκλοφόρησαν προκηρύξεις με τις οποίες καλούσαν τον κόσμο να γυρίσει στα σπίτια του, υποσχόμενοι ότι δεν θα τους πειράξει κανένας. Και υποκριτικά τις πρώτες 4 μέρες δεν έδειξαν κακές διαθέσεις. Μ’ αυτόν τον ύπουλο τρόπο κατάφεραν να παγιδεύσουν εκατοντάδες Καλαβρυτινούς.

Για το τι έγινε την πέμπτη μέρα, μιλάει ανάμεσα στις τόσες μαρτυρίες και το παρακάτω απόσπασμα από σχετική έκθεση:

«…Το πρωί τα Καλάβρυτα είχαν ζωστεί ολόγυρα από τους Γερμανούς. Μάζεψαν όλους τους άνδρες από 12 χρόνων και πάνω – εκτός από 8 ηλικιωμένους – και τους οδήγησαν σε μια πλαγιά κοντά στο νεκροταφείο, στη Ράχη του Καππή. Τα γυναικόπαιδα τα έκλεισαν στο κτίριο του δημοτικού σχολείου. Μετά έβαλαν φωτιά ταυτόχρονα σ’ όλα τα σπίτια και οι φλόγες σκέπασαν τα Καλάβρυτα. Η φωτιά μεταδόθηκε και στο σχολικό κτίριο, όπου ξετυλίχτηκαν σκηνές φρίκης και αλλοφροσύνης. Οι μανάδες πετούσαν τα παιδιά τους από τα παράθυρα στο προαύλιο για να μην καούν και κείνα σκοτώνονταν. Με μεγάλο κόπο έσπασαν τις πόρτες και ο μισοκαμένος και τρελαμένος αυτός ο κόσμος, ρίχτηκε στους δρόμους να σωθεί.

Αλλά από κει αντίκρισε άλλο φρικτότερο θέαμα.

Οι Γερμανοί με στημένα πολυβόλα διέταξαν τους άνδρες να φωνάζουν: “Χάιλ Χίτλερ”. Μα εκείνοι απαντούσαν θαρραλέα: “Ζήτω η Ελλάδα!”. Τότε άρχισαν να πυροβολούν σπέρνοντας ομαδικά το θάνατο. 742 δολοφονήθηκαν σε κείνο το μέρος. Τρεις μόνο γλίτωσαν κι αυτοί βαριά τραυματισμένοι. Ο χώρος της εκτέλεσης έγινε χώρος δακρύων και θρήνων. Τα γυναικόπαιδα μαζεύτηκαν γύρω στα πτώματα ψάχνοντας να βρουν τους δικούς τους. Καταματωμένα κορμιά βρέθηκαν αγκαλιασμένα στο θάνατο. Πατέρες και παιδιά, αδέρφια φίλοι είχαν πέσει με σφιχτοδεμένα τα μπράτσα.

Η χιτλερική κτηνωδία όμως, δε σταμάτησε ως εδώ. Οι Γερμανοί φεύγοντας έσφαξαν μπροστά στην εκκλησία τον παπά.

kalabrita-5.jpg

Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων στην περιφέρεια των Καλαβρύτων την ημέρα εκείνη ήταν: 1.001 άτομα! Τα θύματα ήσαν κάτοικοι των Καλαβρύτων 800, Ανω Ζαχλωρού 12, Κλειτορίας και Κανιού 19, Σκεπαστού 16, Βρωσθαίνης 7, Ζαχλωρίτικων 14, Κερπινής 43, Ροδοδάφνης 2, Ακρατος 14, Κροκόβης 4, Μαμουσιός 5, Κάτω Βλάσιος 9, Ρογών 7, Βραχνών 8, Παγκρατίου 20, Μαζίου 10, Πλανητέρου 10, Παού 5, Σοπωτού 2, Βεσινιού 3, Καλυβιών Βεσινέικων 5, Αγίας Λαύρας 7, Μεγάλου Σπηλαίου 21, Λειβαρτζίου 1.

Οι Γερμανοί έκαψαν περίπου 1.000 σπίτια σε πάνω από 50 χωριά, αφού τα λεηλάτησαν αποκομίζοντας περισσότερα από 2.000 πρόβατα και μεγαλύτερα ζώα, όπως βόδια, γαϊδούρια και άλογα και περίπου 260.000.000 δραχμές και ότι άλλο πολύτιμο είχαν οι ξεκληρισμένες οικογένειες. Φόρτωσαν όλα τα πολύτιμα αγαθά που είχαν αρπάξει, σοδιές και τρόφιμα στον Οδοντωτό και τα έστειλαν στο Αίγιο μέσω Ακράτας. Με αυτό το πλιάτσικο, σύμφωνα με τον σχεδιασμό της ηγεσίας της Μεραρχίας τους, στερούσαν από τους εναπομείναντες κατοίκους των χωριών, τις προϋποθέσεις διαβίωσης.

Την επόμενη ημέρα οι ναζί πυρπόλησαν το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας.  Λεηλάτησαν αυτό το εθνικό μνημείο και σκότωσαν τους καλόγερους. Πιο πριν, στις 8 Δεκεμβρίου του 1943, είχαν λεηλατήσει την ιστορική μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, όπου κι εκεί συνέλαβαν όλους του μοναχούς και μερικούς λαϊκούς, συνολικά 21 άτομα, κι αφού τους μετέφεραν σε μικρή απόσταση από τη Μονή, τους δολοφόνησαν πετώντας τους σε γκρεμό.

13497696_1793066650927399_1355829864587677580_o

(Μνημείο στα Καλάβρυτα. Μια γυναίκα σέρνει μία κουβέρτα πάνω στην οποία βρίσκεται ο άντρας της)

Αυτά ήταν τα ακατονόμαστα θηριώδη έργα των φασιστών Γερμανών κατακτητών στα Καλάβρυτα και την περιοχή τους. Κανένας όμως από τους υπευθύνους των εγκλημάτων αυτών δεν λογοδότησε στη δικαιοσύνη. Παρά το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει αναγνωρίσει δημόσια τη «ναζιστική αγριότητα» κατά των Καλαβρύτων, ακόμα δεν έχει καταβληθεί καμιά αποζημίωση. Τον Απρίλιο του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάννες Ράου, επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα όπου εξέφρασε συναισθήματα ντροπής και βαθιάς θλίψης για την τραγωδία. Εντούτοις όμως, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους, δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων και δεν ζήτησε «συγγνώμη».

Η αφήγηση του Αλέξη Μασούλα, που στα πέντε του έζησε τη φρίκη του ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων. 

«Εκείνη την ημέρα οι καμπάνες χτύπησαν πολύ νωρίς το πρωί. Ήμουν στο σπίτι των θείων μου. Μας ειδοποίησαν να κατέβουμε όλοι στο δημοτικό σχολείο με τροφή για μια ημέρα και μια κουβέρτα. Κανένας δεν γνώριζε το γιατί. Οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι οι Γερμανοί θα έπαιρναν ομήρους τους άντρες. Το ίδιο έλεγε και ο θείος μου που είχε και ένα πρόβλημα αναπηρίας. Το σπίτι μας ήταν από τα μεγαλύτερα στα Καλάβρυτα γιατί η οικογένεια του πατέρα μου είχε 13 παιδιά. Στη βάση της σκάλας λοιπόν υπήρχε μια αποθηκούλα. Φεύγοντας, η θεία μου είπε στον άντρα της να μπει εκεί για να κρυφτεί. Αυτός αρνήθηκε: “Δεν θα μας κάνουν τίποτα”. Στο σχολείο έγινε ο διαχωρισμός. Τους άντρες του έβαζαν δεξιά στο προαύλιο και τις γυναίκες με τα μικρά παιδιά αριστερά. Άμα το παιδί ήταν λίγο πιο ψηλό, το έβαζαν με τους άντρες. Εγώ φυσικά πήγα μαζί με τις γυναίκες. Ήμουν μόλις 5 ετών. Θυμάμαι ένα μεγαλύτερο παιδί που ήρθε μαζί μας γιατί κατάφερε να μπει κάτω από την ποδιά της μάνας του. Μπήκαμε στο σχολείο και μας έκλεισαν εκεί. Τους άντρες, όπως μάθαμε αργότερα, τους ανέβασαν ψηλά, στον τόπο της εκτέλεσης. Ίσως φοβούμενοι τους αντάρτες, κράτησαν εμάς κλεισμένους σαν αιχμαλώτους. Δεν είχαμε ιδέα τι θα συμβεί. 

Σύντομα άρχισαν να μας πνίγουν πυκνοί καπνοί. Επικράτησε πανικός. Μετά από λίγο άρχισε να καίγεται και το πάτωμα. Οι Γερμανοί προσπάθησαν να βάλουν φωτιά και στο σχολείο με τα γυναικόπαιδα. Αυτό δεν έχει ακουστεί. Θυμάμαι γυναίκες να πηδούν από τα παράθυρα, να πετούν τα παιδιά τους για να τα σώσουν. Νομίζαμε ότι θα πεθάνουμε μέχρι που κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα από την πίεση. Ο φρουρός δεν αντέδρασε. Κανείς δεν ξέρει γιατί. Εγώ με την θεία μου και μια ψυχοκόρη που είχε, λίγο μεγαλύτερη από εμένα, κρυφτήκαμε σε ένα χαντάκι. Βλέπαμε όλα τα σπίτια στα Καλάβρυτα να καίγονται. Μετά από λίγη ώρα ακούσαμε τραγούδια και τις μπότες του γερμανικού αποσπάσματος. Κατέβαιναν από τον τόπο της εκτέλεσης. Η θεία μου, που ήταν ένας πολύ τολμηρός άνθρωπος, βγήκε από το χαντάκι και έτρεξε προς τον επικεφαλής του αποσπάσματος. Τον ρώτησε σχεδόν απειλητικά «που είναι οι άντρες;». Αυτός της έδειξε προς τον λόφο και της είπε μία λέξη: «καπούτ». 

Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε προς τον λόφο. Στον δρόμο συναντήσαμε και άλλες γυναίκες που έτρεχαν πανικόβλητες στην ανηφόρα. Αυτό που αντικρίσαμε τότε, δεν περιγράφεται. Ήταν ένας σωρός από κομμάτια ανθρώπων. Οι στρατιώτες των ναζί είχαν στήσει πολυβόλα και ένας είχε ανέβει σε μία ταράτσα για να δώσει το σήμα. Οι άντρες δεν ήξεραν ότι θα τους εκτελούσαν. Ο γυμνασιάρχης του σχολείου ήξερε γερμανικά και πήγε να μιλήσει με τους στρατιώτες. Τους ρώτησε τι θα τους έκαναν. “Δεν θα σας κάνουμε τίποτα” ήταν η απάντηση. “Σας δίνω τον λόγο της στρατιωτικής μου τιμής” του είπε ένας επικεφαλής. Έμαθα και για μια άλλη ιστορία με ένα μικρό παιδί που μετά τα πρώτα πυρά έτρεξε προς τους Γερμανούς και έπεσε στα πόδια κάποιου φωνάζοντας “είμαι παιδί, μην με σκοτώσετε”. Ο Γερμανός στρατιώτης το κλώτσησε και το πυροβόλησε χωρίς δεύτερη σκέψη. 

Αφού θέρισαν τα πολυβόλα, άρχισε η χαριστική βολή από την οποία σκοτώθηκαν και οι περισσότεροι. Ο θείος μου πέθανε από χαριστική βολή στα χέρια μας. Η εικόνα που είδα εκεί πραγματικά δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Ήταν ένας σωρός από εκατοντάδες πτώματα. Μερικοί ακόμα βογκούσαν από τα τραύματα, άλλοι προσπαθούσαν να κουνηθούν προτού ξεψυχήσουν. Οι γυναίκες που έφτασαν στον τόπο της σφαγής τσαλαβουτούσαν ανάμεσα σε πτώματα για να βρουν τους δικούς τους. Θυμάμαι γυναίκες να μαζεύουν κομμάτι κομμάτι τα σώματα των αγαπημένων τους προσώπων. Εμένα η θεία μου δεν με άφησε να μπω ανάμεσα στα πτώματα. Οι σκηνές όμως δεν σβήνουν. Ο θείος μου ήταν κάτω από πολλά άψυχα σώματα με τρεις ή τέσσερις σφαίρες στο πρόσωπό και την καρωτίδα. Είχαμε μαζί μας μια κουβέρτα, τον τυλίξαμε και κατεβήκαμε στο νεκροταφείο. Έκανε φοβερό κρύο και το χώμα ήταν παγωμένο όμως έπρεπε να τον θάψουμε.

kalavrita-4.jpg

Όλες οι γυναίκες έσκαβαν με τα χέρια και με κάποιες μυτερές πέτρες. Μείναμε τρία με τέσσερα βράδια στο νεκροταφείο για να μην έρθουν τα τσακάλια και ορμήσουν στα πτώματα. Κάθε γυναίκα έθαβε τους δικούς της, τον άντρα της, τα παιδιά της. Άκουγες έναν συνεχή θρήνο, άναρθρες κραυγές και κατάρες. 

13483083_1793875730846491_6584356570906541552_o

(Ο θρήνος των γυναικών)

Τις επόμενες ημέρες μετά την σφαγή ξεκίνησε ένας άλλος αγώνας, αυτός της επιβίωσης. Τα σπίτια μας ήταν καμένα, ήταν βαρυχειμωνιά και δεν είχαμε ρούχα ούτε φαγητό. Μέναμε σε υπόστεγα και κάποια χαμόσπιτα που είχαν γλιτώσει. Κάποια στιγμή η θεία μου συνάντησε μια φίλη της η οποία είχε ένα σπιτάκι στις παρυφές της πόλης. Πήγαμε εκεί και μείναμε. 

phoca_thumb_l_image-13

(Τα Καλάβρυτα, λίγο μετά την καταστροφή) 

Οι Γερμανοί ακόμα και μετά την απίστευτη σφαγή και την καταστροφή της πόλης δεν συμπεριφέρθηκαν σαν στρατιώτες που απλά εκτελούσαν εντολές ανωτέρων. Θυμάμαι ότι έρχονταν τα βράδια, 2 και 3 ώρα για να τους μαγειρέψουμε κρέατα που είχαν μαζί τους. Η θεία μου κάποια μέρα πήγε στο διοικητήριο των Γερμανών για να βρει τον διοικητή. Του είπε σε σπαστά αγγλικά: “Μας σκοτώσατε τους άντρες, μας κάψατε τα σπίτια, δεν μας αφήνετε ήσυχες τώρα;”. Αυτός την ρώτησε τι συμβαίνει και του είπε για τους στρατιώτες που χτύπαγαν την πόρτα μετά τα μεσάνυχτα για να τους μαγειρέψουμε να φάνε. Ο διοικητής της είπε «εντάξει» και από τότε κανένας δεν μας ενόχλησε. 

Μαρτυρία της Καλαβρυτινής Βασιλικής Κυριακοπούλου, για τη σφαγή της 13/12/1943 

«Μάς έκλεισαν στο Σχολείο. “Όταν άνοιξε ή πόρτα, όρμησα μαζί με τα παιδιά μου προς το σπίτι μας, που ναι στο ύψωμα τής ΄Αγίας Βαρβάρας. Σαν έφτασα, είχε λαμπαδιάσει για καλά. Ρίχνω μια ματιά γύρω και το μάτι μου πέφτει στο χωράφι του Καππή. Κοκκίνιζε ο τόπος γύρω του. Αφήνω τα παιδιά μου με την μεγαλύτερη κόρη μου, την Τασία μου, και τρέχω. Τρέχω όσο μπορώ προς το χωράφι του Καππή.

Σαν έφτασα, είδα πράγματα πού δεν περιγράφονται. Κορμιά κατατρυπημένα από σφαίρες, σπασμένα κεφάλια, βογγητά πληγωμένων, ουρλιαχτά, μουγκρίσματα, κατάρες. Όλες οι Καλαβρυτινές έψαχναν να βρουν τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα. Περνούσα μέσα από αίμα. Έψαξα πολύ και βρήκα τον άνθρωπό μου. Τον σήκωσα, τον έβαλα στην πλάτη μου και μοιρολογώντας τον κατέβασα στο νεκροταφείο. Έσκαψα με τα νύχια μου και τον έθαψα.

Το θέαμα στο νεκροταφείο ήταν ανατριχιαστικό. Έβλεπε κανείς στους κορμούς των κυπαρισσιών στοιβαγμένα πτώματα. Σωριασμένες οικογένειες. Οι Καλαβρυτινοί ήρωες θάβονταν χωρίς παπά και τρισάγιο. Χωρίς λιβάνι και κερί… Την νύχτα τα σκυλιά άρχισαν να ουρλιάζουν. Ο παγωμένος αέρας άπλωνε την μυρωδιά τού θανάτου παντού. Άκουγες τίς γυναίκες να τριγυρίζουν σαν βρικόλακες στους δρόμους και να ουρλιάζουν. Κώσταααα… Νίκο… Μανώληηη… όλα τα ονόματα τού χωριού. Πιο πάνω ο Παναγής ο Σαρανταυγάς είχε στήσει μοιρολόγι πού συνέχισε όλη την νύχτα…

Την άλλη μέρα πήγα και στο νεκροταφείο. Τον ξέθαψα, τον έστησα σ’ ένα κυπαρίσσι και άρχισα να τον μοιρολογώ. Μου ‘χε σαλέψει. Το βράδυ πάλι τον ξανάθαψα. Το ίδιο και την άλλη μέρα. Μιλούσα μαζί του, δεν πίστευα, ότι είχε φύγει… Μα απάντηση δεν έπαιρνα. Τού έβγαλα το κατατρυπημένο από τίς σφαίρες παλτό και τα παπούτσια, λέγοντάς του: Εκεί πού πας δεν σού χρειάζονται ρούχα και παπούτσια. Συχώρα με. Έχω μεγάλο δρόμο να κάνω. 
Τον έθαψα για πάντα. Ήταν 40 ετών, καλοκάγαθος, ευγενής, χαρούμενος, φιλόξενος και σ’ όλους αγαπητός. ΄Αλλά ό Θεός τον ήθελε κοντά του»

(Τέσσερις από τους 11 διασωθέντες της σφαγής | Δέχτηκαν την ομοβροντία των πολυβόλων και τη χαριστική βολή κι όμως έζησαν, για να διηγηθούν την τραγωδία εκείνων των στιγμών | Ποζάρουν κάτω από το ρολόι της εκκλησίας που σταμάτησε να λειτουργεί τη στιγμή της εκτέλεσης και δεν επιδιορθώθηκε ποτέ…)

Η σφαγή των Καλαβρύτων είναι η πιο βαριά περίπτωση πολεμικού εγκλήματος στην Ελλάδα καθώς επίσης και ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής Γερμανίας, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Τα Καλάβρυτα σήμερα, 77 χρόνια μετά, στέκουν αιώνια καταγγελία της αποκτήνωσης και της φρίκης που γεννά ο φασισμός, παγκόσμιο σύμβολο του αγώνα για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της ειρήνης και της ελευθερίας.

Αιωνία η μνήμη στους αδικοσκοτωμένους μάρτυρες των Καλαβρύτων!

Διαβάστε επίσης