8 Μαΐου 1821: Η Μάχη της Γραβιάς

 

χανι της γαβιας

(Το ανακατασκευασμένο χάνι στη σημερινή Γραβιά)

Η στρατιωτική ιδιοφυΐα του Οδυσσέα Ανδρούτσου – Οι 118 γενναίοι Έλληνες που αντιμετώπισαν 9.000 αντιπάλους-Η τουρκική πανωλεθρία – Η σημασία της ελληνικής νίκης στη Γραβιά.

 

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης οι Τούρκοι αντέδρασαν σχεδόν αμέσως. Έστειλαν ισχυρές στρατιές να καταστείλουν την επανάσταση πριν συμβεί κάτι σοβαρό. Ο Χουρσίτ πασάς, που πολιορκούσε τότε τον Αλή πασά στα Ιωάννινα, ανησυχούσε πολύ επειδή η οικογένεια του ήταν κλεισμένη στην Τρίπολη, την οποία είχαν πολιορκήσει οι Έλληνες. Έστειλε λοιπόν δύο τμήματα του στρατού του να διαλύσουν την πολιορκία της Τρίπολης. Το ένα τμήμα θα πήγαινε δυτικά και το άλλο ανατολικά. Το δεύτερο αποτελούταν από παραπάνω από 8.000 Τουρκαλβανούς πολεμιστές με διοικητή τους το Μεχμέτ Κιοσέ πασά και υποδιοικητή τον Ομέρ πασά Βρυώνη, αλλά ουσιαστικός αρχηγός ήταν ο Βρυώνης λόγω της μεγάλης του πολεμικής εμπειρίας και εκπαίδευσης.

Αυτή τη μεγάλη στρατιά προσπάθησαν να σταματήσουν οι οπλαρχηγοί Αθανάσιος Διάκος, Δυοβουνιώτης και Πανουριάς με 1.500 άνδρες σε τρία σημεία του Σπερχειού. Στην μάχη της Αλαμάνας οι Έλληνες ηττήθηκαν με απώλειες 200 νεκρούς. Την ήττα τους προκάλεσε η γρήγορη υποχώρηση του Δυοβουνιώτη. Ο μαρτυρικός θάνατος του Διάκου φούντωσε τον θυμό ενός οπλαρχηγού που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση για την κτηνωδία των Τούρκων: του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Αμέσως μετά έγινε προσπάθεια να ανασυνταχθούν οι ελληνικές δυνάμεις της περιοχής της Λιβαδειάς. Νέος οπλαρχηγός ανέλαβε ο Βασίλης Μπούσγος που είχε στη διάθεσή του 1.000 άνδρες και όσους από τους άνδρες του Αθ. Διάκου σώθηκαν μετά την μάχη της Αλαμάνας. Ο Ομέρ Βρυώνης, από τη Λαμία που είχε στρατοπεδεύσει, πήγε στο Ελευθεροχώρι όπου είχαν συγκεντρωθεί και τους διέλυσε. Το ηθικό των επαναστατημένων Ελλήνων είχε αρχίσει να κλονίζεται και η Επανάσταση σε Στερεά Ελλάδα και Πελοπόννησο, κινδύνευε σοβαρά.

 
0-009-1_LI.jpg
 

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν τότε τριάντα δύο χρονών και ένας από τους μεγαλύτερους κλεφταρματολούς που υπήρχαν εκείνη την περίοδο. Γιος του περίφημου κλεφταρματολού της Ρούμελης Ανδρούτσου, ο οποίος σκοτώθηκε από τους Τούρκους στην Κωνσταντινούπολη το 1798, είχε γεννηθεί το 1790, πιθανότατα στην Πρέβεζα. Ήταν αδελφοποιητός με τον Αλή Πασά, ο οποίος τον είχε υπό την προστασία του και του έδωσε το αρματολίκι της Λιβαδειάς, ουσιαστικά ολόκληρη την Ανατολική Στερεά.

Γνωρίζονταν με τον Αθανάσιο Διάκο για πολύ καιρό καθώς και με τον Ομέρ Βρυώνη. Είχε τρομερά μεγάλη στρατιωτική εμπειρία και εκείνη την εποχή βρίσκονταν στην Δυτική Ελλάδα, προσπαθώντας να ξεσηκώσει τους οπλαρχηγούς της περιοχής. Προκειμένου να το κάνει αυτό σκότωσε ένα Τούρκο φοροεισπράκτορα, τον Χασάν μπέη Γκέκα και την στρατιωτική του ομάδα, αφήνοντας τα χρήματα τους απείραχτα, ώστε οι Τούρκοι να καταλάβουν πως έχουν να κάνουν με επανάσταση.

 
 
 

(Οδυσσέας Ανδρούτσος – Ομερ Βρυώνης)
 

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΑΝΡΟΥΤΣΟ – Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΝΑ ΔΟΘΕΙ Η ΜΑΧΗ ΣΤΗ ΓΡΑΒΙΑ – <<Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ>> ΧΟΡΟΣ . 

Να σημειώσουμε ότι ο Ομέρ Βρυώνης, ο οποίος γνώριζε άπταιστα ελληνικά, ήταν παλιός γνώριμος και φίλος του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Τον γνώριζε ήδη από την στρατιωτική σχολή του Αλή πασά στα Γιάννενα. Ο Ομέρ Βρυώνης πίστευε ότι θα μπορέσει να προσεταιριστεί τον Ανδρούτσο. Γι’ αυτό, όταν πληροφορήθηκε ότι βρίσκεται στη Στερεά Ελλάδα, του έστειλε επιστολή με την οποία του ζητούσε να συναντηθούν και να συμπράξει μαζί του. Ως αντάλλαγμα του πρόσφερε την οπλαρχηγία όλης της Ανατολικής Στερεάς.

Τόπος συνάντησης ορίστηκε το χάνι της Γραβιάς. 

Μόνο που τον Ομέρ Βρυώνη, τον περίμεναν στη Γραβιά ιδιαίτερα δυσάρεστες εκπλήξεις…

Από την επιστολή του στον Ανδρούτσο, διαφαινόταν ότι ο Τουρκαλβανός στρατηγός θα έφευγε από τη Λαμία και θα κατευθυνόταν προς το Γαλαξίδι και από εκεί, με πλοία, θα μετέβαινε στην Πελοπόννησο, καθώς θεωρούσε ότι αν πήγαινε στον Μοριά μέσω Ισθμού, στη διαδρομή θα είχε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα, στις στενές και δύσβατες διαβάσεις που θα ακολουθούσε.

Το χάνι αυτό τότε ήταν ένα μικρό πλιθόκτιστο, διόροφο και παμπάλαιο κτίριο και είχε μία μεγάλη λιθόκτιστη περίφραξη με μία αυλόπορτα. Μέσα στην περίφραξη αυτή υπήρχε μία πελώρια βελανιδιά. Κάτω λοιπόν από αυτή την βελανιδιά διάλεξαν οι Έλληνες οπλαρχηγοί να κάνουν τα σχέδιά τους. Σχεδόν όλοι οι οπλαρχηγοί πίστευαν πως έπρεπε να οχυρώσουν τις ορεινές περιοχές γύρω από την Γραβιά, δηλαδή στα υψώματα του Χλωμού, πάνω από την βρύση του Σόντζικα.

Ο Ανδρούτσος όμως διαφωνούσε κάθετα με αυτή την ιδέα. Ήξερε καλά τον Ομέρ Βρυώνη και πίστευε πως οι Έλληνες δεν θα μπορούσαν να του αντιπαραταχθούν. Επίσης ξέροντας πως οι Έλληνες ήθελαν να είναι στο βουνό για να έχουν μία οδό διαφυγής, προσπαθούσε να βρει ένα τρόπο να μην υποχωρήσουν. Έπρεπε να βρει ένα σχέδιο το οποίο να βοηθήσει τους συμπατριώτες του να νικήσουν, πράγμα που φαίνονταν σχεδόν αδύνατο.

Κάποια στιγμή του ήρθε μία μεγάλη ιδέα:

-Θα οχυρωθούμε μέσα στο χάνι! Θα φράξουμε τα παράθυρα, θα ανοίξουμε πολεμίστρες και οι Τούρκοι θα δυσκολευτούν πολύ να μας χτυπήσουν, ενώ εμείς θα τους πυροβολούμε με τα καριοφίλια μας, προστατευμένοι!

Το συμβούλιο των οπλαρχηγών δεν κατέληγε σε συμφωνία γιατί ο Ανδρούτσος επέμεινε να αμυνθούν στο Χάνι, ενώ ο Δυοβουνιώτης με τον Πανουργιά διαφωνούσαν και ήθελαν να αμυνθούν δεξιά και αριστερά απ’ αυτό.

ceb7-cebcceb1cf87ceb7-cf84cf89cebd-cebccf85cebbcf89cebd-9_LI (2)

Πέρασαν τρεις ημέρες και η διαφωνία συνεχίζονταν. Το πρωί της 8ης Μαΐου 1821 ένα πιτσιρίκι έφτασε στο στρατόπεδο και ενημέρωσε τους οπλαρχηγούς πως ο Ομέρ Βρυώνης ήταν μία ώρα μακριά τους! Ο Βρυώνης είχε ξεκινήσει από την προηγούμενη μέρα και για να προλάβει να φτάσει στην Τρίπολη διέσχισε γρήγορα την Φθιώτιδα, κατέλαβε την Μενδενίτσα και αφήνοντας εκεί τον Μεχμέτ Κιοσέ με 1.000 άνδρες ως οπισθοφυλακή, έσπευσε με 7.000 πεζούς και 1.000 ιππείς να καταστρέψει την Άμφισσα. Το πεζικό του αποτελούταν από Τουρκαλβανούς, Βόσνιους και άλλους Σλαβομουσουλμάνους και Σαριγκιουλήδες από την Μακεδονία, ενώ το ιππικό του περιελάμβανε 500 Τσάμηδες υπό τον Μουσταφά μπέη Κιαφαζέζη και 500 Γκέκηδες υπό τον Τελεχά Φέζο.

Οι Έλληνες πολεμιστές που ήταν μαζεμένοι, ζήτησαν από τον Ανδρούτσο να συμβιβαστεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε με τους οπλαρχηγούς, προκειμένου να προλάβουν τις οχυρώσεις. Ο Οδυσσέας δεν είχε πολλές επιλογές. Οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί ανακουφισμένοι πήραν τους άντρες και χωρίστηκαν σε δύο σώματα. Ο Πανουργιάς κι ο Δυοβουνιώτης, πήραν θέση αριστερά απ’ το χάνι στον δρόμο προς το βουνό Χλωμό, ενώ στα δεξιά, στη λεγόμενη ”κρήνη του Σίντσικα”, ο έμπιστος του Ανδρούτσου Χρήστος Κοσμάς Σουλιώτης.

Και τότε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είπε τα αθάνατα λόγια τα οποία ίσως να καθόρισαν την μοίρα τις Επανάστασης:

-Ε ρε παιδιά! Όποιος θέλει να με ακολουθήσει στο χάνι ας πιαστεί στο χορό που θα σύρω!και άρχισε να τραγουδάει το γνωστό κλέφτικο ”Κάτω στου Βάλτου τα Χωριά”.

Έβγαλε το μαντήλι του και άρχισε να χορεύει τσάμικο. Μερικοί νόμισαν πως είχε τρελαθεί εντελώς. Και τότε… ο Γιάννης Γκούρας σηκώθηκε και έπιασε το μαντήλι. Μετά ο Παπαντρέας από την Άμφισσα και ο Τρακακομνάς. Ύστερα ο Αναστάσης Μάρος και ο Αγγελής Γοβγινάς από την Εύβοια. Ο Μπουντούνης, ο Ζαφείρης, ο Καπλάνης, ο Σεφέρης, ο Μαμούρης, οι Καπογιωργαίοι, ο Αλβανός φίλος του Ανδρούτσου Μουσταφά Γκίκα, κάμποσοι Γαλαξιδιώτες…Ο χορός φούντωσε για τα καλά. Αντιβούισαν τα στενά της Γραβιάς από τα τραγούδια, τα σφυρίγματα των παλικαριών και ο τόπος πήρε όψη πανηγυριώτικης χαράς!

001-1_LI (2)

Όλοι αυτοί μπήκαν στο χάνι, έκλεισαν πρόχειρα τις πόρτες και άνοιξαν πολεμίστρες. Ο Οδυσσέας μέτρησε όσους ήσαν μέσα στο χάνι. Ήταν εκατόν δεκατέσσερα παλικάρια, συν ο ιδιοκτήτης του χανιού και δύο του παιδιά, 117 και μαζί με τον ίδιο 118. Εκατόν δεκαοχτώ άντρες είχαν χωθεί στο χάνι. Ο έφορος Σαλώνων Αναγνώστης Κεχαγιάς, μόλις που πρόλαβε να τους μεταφέρει πολεμοφόδια, καθώς ήδη οι Τούρκοι είχαν φτάσει.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΧΗ – ΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΒΑΤΕΡΛΟ

Γύρω στις 10:00 το πρωί, ένα χαμηλό σύννεφο σκόνης που φάνηκε από τους λόφους έδωσε σήμα πως οι Τουρκαλβανοί είχαν περάσει από το ποτάμι της Γραβιάς και πλησίαζαν. Σε λίγα λεπτά φάνηκε ολόκληρος ο στρατός με τις σημαίες τους να ανεμίζουν και τα όπλα τους να λάμπουνε από το φως του ήλιου.

Ο Ομέρ Βρυώνης διέκρινε απευθείας τα ελληνικά σώματα στο Χλωμό και έστειλε δύο τμήματα του στρατού απάνω τους. Οι Έλληνες δεν άργησαν να υποχωρήσουν. Ο Βρυώνης, αφού ανασύνταξε τις δυνάμεις του, άρχισε να προχωράει καμαρωτός στο χάνι. Δεν άργησαν να φτάσουν οι πρώτες σφαίρες. Μία από αυτές, ευτυχώς για αυτόν, χτύπησε την ασημένια παλάσκα του. Ο Βρυώνης αμέσως κατάλαβε τι είχε κάνει ο Ανδρούτσος και πως τον είχε ξεγελάσει. Φρόντισε όμως να κρατήσει την ψυχραιμία του και έστειλε ένα απόσπασμα του στρατού του να επιτεθεί στο χάνι με επικεφαλής τον Χασάν δερβίση (=στρατιωτικός ιερέας). Ο δερβίσης αυτός γνωριζόταν με τον Ανδρούτσο και μάλιστα ήταν φίλος του. Ο ίδιος ο Βρυώνης πήγε σε ένα τζαμί και προσευχήθηκε για την νίκη στον Αλλάχ που άλλωστε θεωρούταν σχεδόν βέβαιη. Οι αξιωματικοί των Τουρκαλβανών περιγελούσαν το χάνι και πίστευαν πως θα νικούσαν πανεύκολα. Ήταν πολύ αργά μέχρι να καταλάβουν το λάθος τους το οποίο στο τέλος θα τους στοίχιζε πολλά…

Ο δερβίσης σταμάτησε σε απόσταση εκατό μέτρων από το χάνι. Ο Ανδρούτσος ήξερε ήδη τις στρατηγικές του Βρυώνη και ήξερε πως θα του έστελνε δερβίση, οπότε έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να μην πυροβολήσουν. Παρόλα αυτά οι Έλληνες έμειναν με το δάχτυλο στην σκανδάλη. Ο Ανδρούτσος χαιρέτησε τον δερβίση και ο τελευταίος ανταπέδωσε τον χαιρετισμό.

-Που πας βρε Χασάν; τον ρώτησε ο Οδυσσέας.

-Στην Άμφισσα, του απάντησε ο δερβίσης.

-Τι θα κάνεις στην Άμφισσα;

-Θα σκοτώσω και θα βασανίσω τους βρωμάπιστους.

 
0 006
 

Οι Έλληνες πολεμιστές άρχισαν να βρίζουν τον δερβίση. Ο δερβίσης τότε έπιασε στο στόμα του τα χριστιανικά θεία. Μία τουφεκιά ακούστηκε και ο δερβίσης έπεσε νεκρός, με μία σφαίρα φυτεμένη ανάμεσα στα μάτια του. Οι Τουρκαλαβανοί όρμισαν αμέσως να σώσουν τον ιερό πολεμιστή τους πανικοβλημένοι. Ο Ανδρούτσος το εκμεταλεύτηκε και διέταξε γενική ομοβροντία. Κάμποσοι Τουρκαλβανοί έπεσαν νεκροί και οι υπόλοιποι υποχώρησαν κατατρομαγμένοι.

Δεν άργησαν οι Τουρκαλβανοί να ξαναεπιτεθούν στο χάνι. Σε λίγο ξέσπασε η επόμενη έφοδος. Ακάλυπτοι όμως οι στρατιώτες έπεφταν νεκροί. Μάταια ο Βρυώνης έβαζε τους σαλπιγκτές του και τους τυμπανιστές του να παράγουν πολεμικούς ήχους για να ενθαρρύνουν τους στρατιώτες του. Οι Τουρκαλβανοί έπεφταν σαν τα στάχυα. Ήταν σαν ένα τεράστιο δρεπάνι θανάτου να τους «θέριζε» ασταμάτητα. Κι ο λόγος για αυτό; Ο Ανδρούτσος είχε διατάξει τους άνδρες του να πυροβολουν με ευρωπαϊκή μέθοδο, δηλαδή να πυροβολούν συγχρονισμένα με ομοβροντίες και μαζικά. Έτσι οι Τούρκαλβανοί έπεφταν ανά ομάδες μπροστά από το χάνι.

0 004

 
 

Ο Βρυώνης άρχισε τότε να χρησιμοποιεί το ιππικό του, με την ελπίδα ότι ο στρατός του θα μπορούσε να πλησιάσει το χάνι. Αυτό έκανε την κατάσταση μακράν χειρότερη από ότι ήταν. Οι καβαλαραίοι του έπεφταν νεκροί και άρχισε να δημιουργείται τοίχος από πτώματα. Μέσα από όλο αυτό τον χαμό ξεχώρισε ένας καβαλάρης, ο Χαλήλ μπέης, ο άνθρωπος που είχε διατάξει την θανάτωση του Διάκου. Αυτόν τον είδε ο Μητρόπουλος, ένα παλικάρι που ήθελε απεγνωσμένα εκδίκηση για την Αλαμάνα. Πυροβόλησε τον Χαλήλ μπέη και τον έριξε νεκρό. Οι Έλληνες επιτέλους είχαν πάρει εκδίκηση για τον θάνατο του Διάκου. Ανάμεσα στους νεκρούς καβαλαραίους ήταν επίσης και ο ανιψιός του Βρυώνη.

Στις δύο το μεσημέρι ο Βρυώνης έπαυσε την επίθεση και κάλεσε πολεμικό συμβούλιο. Οι αξιωματικοί του, ξαφνιασμένοι από την ηρωική και σθεναρή αντίσταση των Ελλήνων, συμβούλεψαν τον Βρυώνη να φέρει κανόνια από την Λαμία. Ο πασάς όμως το θεώρησε πολύ υποτιμητικό να φέρει κανόνια για να σκοτώσει μία χούφτα ανθρώπων μέσα σε ένα πανδοχείο.

Έξαλλος ο Ομέρ Βρυώνης, έταξε μεγάλη αμοιβή σε όποιους έμπαιναν πρώτοι στο χάνι. Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν ξεκίνησαν νέες, ορμητικές επιθέσεις, που όμως αποκρούστηκαν.  Λόφοι ολόκληροι είχαν σχηματιστεί γύρω από το χάνι από 300 πτώματα. Οι τραυματίες έφτασαν τους επτακόσιους. Κατά τη δύση του ήλιου, ο Ομέρ Βρυώνης βλέποντας ότι έχει χάσει πολλούς άντρες, διέταξε τελικά να φέρουν πυροβόλα από την Λαμία για να ισοπεδώσουν το χάνι. Έβαλε φρουρούς γύρω απ’ αυτό και περίμενε…

Ο ευφυής Ανδρούτσος, κατάλαβε τις προθέσεις του Αλβανού και γνώριζε ότι αν ερχόταν τα κανόνια απ’ τη Λαμία, αυτός και οι συμπολεμιστές του δεν είχαν καμία τύχη. Μάλιστα τα πυρομαχικά τους είχαν τελειώσει. Τη νύχτα, αφαιρέθηκε ένα μέρος από τους πλίνθους της ανατολικής πλευράς. Οι έξι Έλληνες νεκροί της πολύωρης μάχης, θάφτηκαν πρόχειρα σε μια γωνιά του κτιρίου. Στις 2.00 π.μ., έδωσε εντολή αναχώρησης.

Οι ηρωικοί μαχητές, περνώντας από ένα σπαρμένο χωράφι όπου υπήρχε κάλυψη και μέσα σχεδόν απ’ τους Τούρκους φρουρούς που αιφνιδιάστηκαν και όταν άρχισαν να πυροβολούν ήταν αργά, έφτασαν τρέχοντας στο Χλωμό, όπου συναντήθηκαν με τον Απόστολο Γουβέλη, τον Παπακώστα και τους άντρες τους. Η μάχη στο χάνι της Γραβιάς είχε τελειώσει. Απολογισμός: 6  Έλληνες νεκροί, όπως αναφέραμε, 300 Τούρκοι νεκροί και 700 τραυματίες.

Το πρωί ο Ομέρ Βρυώνης έσκασε από τον θυμό του. Κρέμασε όλους τους σκοπούς του και μερικούς από τους αξιωματικούς του. Ανέβαλε την πορεία του στην Πελοπόννησο και του πήρε 8 ημέρες να θάψει τους νεκρούς του και να στείλει τους τραυματίες στην Λαμία. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως μία δράκα ανθρώπων τον είχε ξεφτιλίσει με τέτοιο τρόπο!

0 003

ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗ – Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΙΚΗΣ

Ο Ομέρ Βρυώνης, έκανε μια σειρά από λάθη που αποδείχτηκαν μοιραία γι’ αυτόν:
1)Υποτίμησε τις ελληνικές δυνάμεις αλλά και την ίδια την Επανάσταση που είχε ”φουντώσει” για τα καλά, πιστεύοντας ότι είναι μια συνηθισμένη μικρή ανταρσία.
2)Πίστεψε ότι θα έπειθε τον Ανδρούτσο να συνεργαστεί μαζί του. Δεν τον ήξερε όμως τόσο καλά όσο νόμιζε…
3)Δεν  χρησιμοποίησε, από την αρχή το πυροβολικό στη μάχη στη Γραβιά. Αυτό ήταν και το σοβαρότερο λάθος του.

Ο Τουρκαλβανός πασάς, έκανε μέρες να συνέλθει από το ”βατερλό” του στη Γραβιά. Συγκεκριμένα, μετά τη μάχη στη Γραβιά, ο Βρυώνης συγκλονίστηκε τόσο πολύ που αποφάσισε να σταματήσει προσωρινά την εκστρατεία του και να υποχωρήσει στην Εύβοια, για να συναντήσει αργότερα τις δυνάμεις του Κιοσέ Μεχμέτ.Έτσι παρεμποδίστηκε η κάθοδος ενός τόσο ισχυρού στρατού στην Πελοπόννησο και δόθηκε η δυνατότητα στους Έλληνες  να εδραιώσουν την Επανάσταση εκεί και να ξεκινήσουν τον αγώνα και στη Δυτική Στερεά, έχοντας πλέον αναπτερωμένο ηθικό. Εάν οι Έλληνες δεν νικούσαν εκείνη την ημέρα, ο Ομέρ Βρυώνης θα κατέβαινε στο Γαλαξίδι, από εκεί στην Πελοπόννησο και θα διέλυε την πολιορκία της Τρίπολης. Η Επανάσταση θα τέλειωνε πριν καλά-καλά αρχίσει. Και όλα αυτά αποτράπηκαν από την «τρέλα» του Ανδρούτσου να σταματήσει τη στρατιά του Ομέρ Βρυώνη σε ένα παλιοκάλυβο…

Κατά την μάχη της Γραβιάς διακρίθηκε η στρατιωτική ιδιοφυΐα του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ήταν τόση η απήχηση του Θριάμβου του, που ο Βασίλης Μπούσγος του παραχώρησε την αρχηγία των όπλων της Βοιωτίας.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε εκδικηθεί τον θάνατο του Διάκου και αντιστάθμισε την ήττα της Αλαμάνας. Αλλά το πιο σημαντικό ήταν πως  η επανάσταση στην Πελοπόννησο είχε σωθεί. Στις 12-13 Μαΐου ο Θ. Κολοκοτρώνης θα νικούσε τον Μουσταφά μπέη στο Βαλτέτσι και ο κλοιός γύρω από την Τρίπολη θα γινόταν πλέον ασφυκτικός.

Το μικρό και άσημο χάνι, μέσα σε μια μέρα, θα πέρναγε για πάντα στην ιστορία, ως αιώνιο σύμβολο αντίστασης, μνημείο μιας εντελώς απρόσμενης, για τους στρατιωτικούς συσχετισμούς, νίκης.

Τη θυσία του Διάκου στην Αλαμάνα και τον θρίαμβο του Ανδρούτσου στο χάνι της Γραβιάς, μας διασώζει και το γνωστό δημοτικό τραγούδι:

«Τ’ Ανδρούτσου η μάνα χαίρεται, του Διάκου καμαρώνει

Γιατί έχουν γιους αρματολούς, και γιους καπεταναίους

Ανδρούτσος φυλάει τη Γραβιά, Διάκος την Αλαμάνα»

 

Δυστυχώς η μοίρα επιφύλασσε άδοξο τέλος στον ήρωα της Γραβιάς, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Το κυνήγι του από την κυβέρνηση ήταν ανελέητο. Τον Απρίλιο του 1822 υπονομεύτηκαν απροκάλυπτα οι υπό την ηγεσία του επιχειρήσεις έξω από τη Λαμία (Αγ. Μαρίνα-Στυλίδα) και ακολούθησε η καθαίρεση, ο αφορισμός, η επικήρυξη και η καταδίκη του σε θάνατο (!) τον Ιούνιο του 1822, που όμως ανακλήθηκε. Η μετέπειτα στοχοποίηση, καταδίωξη και φυλάκισή του στην Ακρόπολη την εποχή του εμφυλίου, με την κατηγορία του προδότη (!) καθώς και η άνανδρη δολοφονία του (5 Ιουνίου 1825) από ανθρώπους του Γκούρα, κατ’ εντολήν της κυβέρνησης Κουντουριώτη–Κωλέττη-Μαυροκορδάτου, θα αποτελεί αιώνιο στίγμα και μαύρη σελίδα του 9χρονου τιτάνιου αγώνα της ανεξαρτησίας, ικανή όμως για εξαγωγή συμπερασμάτων και προβληματισμών για τις μέλλουσες γενιές.

Διαβάστε επίσης