
Φιλοσοφία του: «Όλα είναι μπορετά, ακόμα και τα πιο ακατόρθωτα. Αρκεί να το θελήσεις και να το αποφασίσεις»
Χαρακτηριστικό του: Ευθύτητα, αμεσότητα, ειλικρίνεια Από μικρός μαθημένος να λέει την γνώμη του
Γνωμικό του: «Καλύτερα να πεθαίνεις για τις ιδέες σου παρά να ζεις για το τίποτα»
Ο Ντε Γκολ είπε γι’ αυτόν «Ο Γλέζος είναι ο πρώτος παρτιζάνος της Ευρώπης»

(Πολυτεχνείο 2017)
Η ηρωική πράξη του Μανώλη Γλέζου και του Λάκη Σάντα που «πλήγωσε» τους Γερμανούς κατακτητές.
Η σημαία με την σβάστικα κυμάτιζε στην Ακρόπολη για περίπου έναν μήνα. Οι κάτοικοι της Αθήνας δεν καταδέχονταν να κοιτάξουν προς το ιστορικό μνημείο, από περηφάνια και αγανάκτηση. Σχεδόν όλη η Ελλάδα βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή και δεν μπορούσαν να χωνέψουν πως το ναζιστικό σύμβολο, ένα σύμβολο μιας ακραίας φασιστικής ιδεολογίας, βρισκόταν δίπλα από το πιο αντιπροσωπευτικό σύμβολο της δημοκρατίας.

Ο Μανώλης Γλέζος, φοιτητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο Λάκης Σάντας, φοιτητής στην Νομική Σχολή της Αθήνας, ήταν δυο νέοι που το αίμα τους έβραζε. Από τότε που είδαν την σημαία του Χίτλερ στον ιστό της Ακρόπολης, η οργή έκανε το αίμα να βράζει ακόμα περισσότερο. Ήθελαν να δράσουν. Δεν μπορούσαν να κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια.
Μια μέρα, ενώ βρίσκονταν στο Ζάππειο, τους ήρθε μια ιδέα. Ιδέα που δεν έμεινε στα λόγια. Να κατεβάσουν την ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη. Κάτι που θα έβαζε σε άμεσο κίνδυνο την ζωή τους.
Την επόμενη μέρα, πήγαν στην Εθνική βιβλιοθήκη και έψαξαν οτιδήποτε αφορούσε την Ακρόπολη, τον βράχο και τις σπηλιές του. Η διαδρομή που επέλεξαν ήταν εκείνη που περνούσε μέσω του Πανδρόσειου Άντρου.
Στις 30 Μαΐου του 1941, τα πρωινά νέα δεν ήταν καθόλου καλά. Ολόκληρη η Κρήτη είχε πέσει και είχε περιέλθει στην κατοχή των Ναζί. Οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να καυχιούνται πως είχαν πλέον κατακτήσει ολόκληρη την Ελλάδα. Ο δυο φοιτητές δεν άντεχαν άλλο. Αποφάσισαν πως η καλύτερη τιμωρία των Γερμανών, θα ήταν να υποστούν αυτή την ταπείνωση την ημέρα που πήραν την Κρήτη. Ήθελαν να μετριάσουν την θριαμβολογία τους και γι’ αυτό, αποφάσισαν να δράσουν το ίδιο βράδυ.
Οι δυο νεαροί ξέφυγαν από το βλέμμα της φρουράς και μπήκαν στην σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου. Σύρθηκαν μέσα σιγά σιγά και έφτασαν λίγα μέτρα από τη σημαία. Δεν είδαν κανέναν τριγύρω. Με γρήγορες κινήσεις κατέβασαν την τεραστίων διαστάσεων σημαία (4×2μ) και ξαναμπήκαν στην σπηλιά χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Τα ξημερώματα της 31 Μαΐου 1941 οι ναζί αντιλήφθηκαν πως η σημαία λείπει. Επικράτησε πανικός, ανακρίσεις και εκτελέσεις. Στις 11 η ώρα το πρωί, η σημαία ανέβηκε ξανά. Η φρουρά εκτελέστηκε, οι Έλληνες αστυνομικοί απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους και οι Μανώλης Γλέζος και Λάκης Σάντας, καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο.

Η πράξη αυτή θεωρείται η πρώτη πράξη αντίστασης, μια από τις πιο συμβολικές του αγώνα κατά των ναζιστών.
Ήταν μια πράξη που ανέβασε στα ύψη το ηθικό των Ελλήνων, για τον ένοπλο αγώνα που ακολούθησε. Το τολμηρό εγχείρημα προκάλεσε κύμα ενθουσιασμού τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό που μεταδόθηκε η είδηση.
Μέσα στο σκοτάδι, η αστραπιαία λάμψη της πράξης των Γλέζου και Σάντα φώτισε τις καρδιές των αντιφασιστών. Η κατεχόμενη Αθήνα που είδε την Ακρόπολη χωρίς τη σβάστικα, πήρε το μήνυμα ότι «φλόγα δεν έχει σβήσει».
Το μήνυμα ξεπέρασε τα σύνορα της Ελλάδας. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έχει περιγράψει την ηθική ανάταση που ένοιωσαν οι έγκλειστοι του Μαουτχάουζεν, όταν μαθεύτηκε από στόμα σε στόμα ότι κάποιοι είχαν κατεβάσει τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη.
Η πράξη τους ενέπνευσε τους Έλληνες και καθιέρωσε και τους δύο ως σύμβολα αντίστασης κατά της χιτλερικής κατοχής. Ο Γάλλος στρατηγός Ντε Γκωλ χαρακτήρισε τον Μανώλη Γλέζο ως «Πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης».
Ο ίδιος είχε πει ότι από εκείνο το βράδυ θυμόταν πιο πολύ τη μάνα του
«Η πιο έντονη ανάμνηση της ζωής μου είναι η μάνα μου. Με ρωτάνε διαρκώς για τη σημαία. Εγώ όμως ακόμα κι απ’ την ιστορία της σημαίας θυμάμαι τη μάνα μου.
Όταν γυρίζαμε εκείνη την ημέρα στα σπίτια μας η ώρα ήταν περασμένη, μετά τα μεσάνυχτα. Πάω σπίτι και βλέπω τη μάνα μου ένα κουβάρι στα σκαλοπάτια απ έξω….
Με περίμενε ….
Την πλησιάζω και της λέω « Μάνα» !!! Σηκώνεται απότομα με πιάνει απ’ το λαιμό, με πάει στη κουζίνα, για να μην ακούσουν οι άλλοι και ξυπνήσουν και μου λέει « που ήσουν?». Τότε ανοίγω το σακάκι και της δείχνω το κομμάτι της σβάστικας που είχαμε κόψει. Με αγκαλιάζει, με φιλάει και μου λέει «πήγαινε κοιμήσου».
Την άλλη μέρα το πρωί ακούω τον εξής διάλογο. Ο πατριός μου τη ρωτάει «που ήταν χθες το βράδυ ο μεγάλος σου γιος;». Του απαντάει «ανέβα στη ταράτσα και κοίταξε την Ακρόπολη».
Ποτέ μου δεν τη ρώτησα πώς το κατάλαβε. Θα το θεωρούσα προσβολή στη νοημοσύνη της, αλλά για μένα αυτό ήταν το πιο συγκινητικό συμβάν στην ιστορία μου. Η μάνα μου».

(Σκοπευτήριο της Καισαριανής)
Ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη από τους Γερμανούς, βασανίστηκε φρικτά, αλλά κατάφερε να αποδράσει.
Μετά τον πόλεμο εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αναλαμβάνοντας αρχισυντάκτης της εφημερίδας Ριζοσπάστης, ενώ αργότερα υπήρξε διευθυντής και της εφημερίδας Αυγής. Ωστόσο, γρήγορα συνελήφθη για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, φτάνοντας μάλιστα να καταδικαστεί σε θάνατο τρεις φορές.
Οι συνεχείς δικαστικές του περιπέτειες μέχρι την οριστική του απαλλαγή με τη γενική αμνηστία του 1971 προκάλεσαν συχνά την αντίδραση της Ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης.
Ο Γλέζος ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική. Υπήρξε βουλευτής και πρόεδρος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) και αργότερα Bουλευτής και ευρωβουλευτής του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), Bουλευτής του Συνασπισμού της Αριστεράς, των Κινημάτων και της Οικολογίας (ΣΥΝ) και του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ).
Από το 2014 έως το 2015 διετέλεσε Eυρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, ερχόμενος, μάλιστα, πρώτος σε ψήφους στη χώρα στις Ευρωεκλογές του Μαΐου του 2014. Ήταν επίσης επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας της ΛΑ.Ε στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, αλλά δεν κατάφερε να εκλεγεί.
Ο Μανώλης Γλέζος, που έφυγε σήμερα 30 Μαρτίου 2020, σε όλη την πορεία της 97χρονης ζωής του έδωσε μάχες για την ελευθερία και για τη Δημοκρατία. Ο Λάκης Σάντας, που κατετάγη αργότερα, μετά το κατέβασμα της σημαίας, στον ΕΛΑΣ, πέθανε το 2011 σε ηλικία 89 ετών.




