Ήταν μία εποχή που η φτώχεια είχε απλωθεί σε όλη την Ελλάδα, και στην Αθήνα ο κόσμος έτρωγε μαζικά στα συσσίτια. Ήταν η εποχή εκείνη που η Ελλάδα στέναζε κάτω από τη μπότα των φασιστών Γερμανών Κατακτητών, οι οποίοι “αποφάσισαν και διέταξαν” τους υποτακτικούς Έλληνες που είχαν διορίσει, να εφαρμόσουν μέτρα επαίσχυντα για τον Λαό, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της πολεμικής μηχανής του Εθνικοσοσιαλισμού.
Ο λόγος για την Ελλάδα του 1943. Η Κατοχή έχει στοιχειώσει ολόκληρη την χώρα απ’ άκρη σ’άκρη, όμως ο Έλληνας δεν έχει σκύψει το κεφάλι. Ίσα ίσα, άνδρες και γυναίκες έχουν δημιουργήσει μία πανστρατιά ενάντια στον κατακτητή, μία πανστρατιά από εθνική ομοψυχία (προς το παρόν) που είναι παράδειγμα για όλους τους υπόδουλους λαούς της Ευρώπης.
Η πολεμική μηχανή των Γερμανών είχε αρχίσει να δείχνει τα πρώτα σημάδια κόπωσης, με τα εργατικά χέρια να είναι αναγκαία για τους Ναζί του Αδόλφου Χίτλερ, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα όσο ο πόλεμος μπαίνει στην πιο κρίσιμη καμπή του. Έτσι από τα γερμανικά επιτελεία λαμβάνεται μία απόφαση. Αυτή η απόφαση επιβάλλει «Πολιτική Επιστράτευση» στους Έλληνες των πόλεων.

Η Πολιτική Επιστράτευση σήμαινε πως όσοι άνδρες και γυναίκες ήταν ικανοί να εργαστούν θα μεταφέρονταν σε εργοστάσια-στρατόπεδα εργασίας στην Γερμανία, στο Μέτωπο προς την Ρωσία, αλλά και ανά την Μεσόγειο όπου υπήρχε ανάγκη, για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες παραγωγής.

Ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος
Στις 19 Φλεβάρη ο Γκαίμπελς δήλωσε κυνικά: «Ο γερμανικός λαός δίνει το αίμα του. Η άλλη Ευρώπη ας δώσει την εργασία».
Την επομένη, 20 Φλεβάρη, το ημιεπίσημο γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων ανέφερε: «Ο αρχηγός του Τρίτου Ράιχ Αδόλφος Χίτλερ, εκτιμών τη γενναιότητα του Ελληνικού Λαού, την οποίαν επέδειξεν εις το πεδίον της μάχης, επιθυμεί να έχει τούτον συμπαραστάτην του εις την ιστορικήν πορείαν, την οποίαν εχάραξε, διά την δημιουργίαν ενός νέου κόσμου και ζητεί προς τούτο τη βοήθειά του, η οποία πρέπει να εκδηλωθεί κατά τρόπον ενεργητικόν και θετικόν».
Η ελληνόφωνη γερμανική εφημερίδα της Αθήνας «Γερμανικά Νέα διά την Ελλάδα», έγραψε πως η διαδικασία της συμμετοχής του ελληνικού λαού στην προσπάθεια του Τρίτου Ράιχ έπρεπε να περιβληθεί τη μορφή της «πολιτικής επιστρατεύσεως».
Οι χιτλερικοί, χωρίς να χάσουν χρόνο, το βράδυ της 22 του Φλεβάρη 1943, στέλνουν στο Εθνικό Τυπογραφείο για δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης το διάταγμα που επέβαλε την πολιτική επιστράτευση. Σύμφωνα με όσα προέβλεπε, “…έκαστος κάτοικος της Ελλάδος ηλικίας 16 μέχρι 45 ετών είναι υποχρεωμένος, αν το απαιτήσουν οι περιστάσεις, να αναλάβει υποδεικνυομένην εις αυτόν εργασίαν, να παρέχει εις γερμανικάς ή ιταλικάς υπηρεσίας…”. Και στη συνέχεια απαριθμεί όλες τις υποχρεώσεις που έχει ως εργαζόμενος για το ωράριο, ώρα προσέλευσης κ.λπ. Το διάταγμα υπέγραφε ο στρατηγός Σπάιντελ.
Ο ελληνικός λαός όμως είναι δυνατόν μέσα σε όλες τις κακουχίες που περνάει, την πείνα, τις αρρώστειες, αλλά και την εθνική ταπείνωση, να δεχθεί και την εξευτελιστική ατομική ταπείνωση; Λέει ένα βροντερό «Όχι» και ξεχύνεται στους δρόμους. Την επομένη, 24 Φεβρουαρίου, οι δρόμοι της πρωτεύουσας πλημμυρίζουν από κόσμο. Τα πάντα σείονται από την ρυθμική επανάληψη του «κάτω η επιστράτευση» αλλά και του Εθνικού Ύμνου.
Αμέσως οι κατακτητές προσπάθησαν να καταπνίξουν την εξέγερση, αυτό όμως δεν ήταν εύκολο. Μία ομάδα διαδηλωτών σπάει τον αστυνομικό κλοιό και καταστρέφει συθέμελα το γραφείο του πρωθυπουργού στην Βουλή. Μία άλλη, αφού διασπά τους καραμπινιέρους, πυρπολεί το Υπουργείο Εργασίας (Μπουμπουλίνας και Τοσίτσα), όπου είχε γίνει ο σχεδιασμός για την επιστράτευση.

Οι Έλληνες ήταν αποφασισμένοι να μην δεχθούν τα καταναγκαστικά έργα και η αυθόρμητη διαδήλωση της προηγούμενης ημέρας έλαβε, μέρα με την ημέρα, διαστάσεις οργανωμένης επανάστασης. Μαθητές, δημόσιοι υπάλληλοι, και τηλεφωνητές, κατεβαίνουν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν. «Αφορμή» για λαϊκό ξεσηκωμό ήταν και η κηδεία του Εθνικού ποιητή Κωστή Παλαμά στις 28 Φεβρουαρίου, όπου μετατρέπεται σε αντικατοχική διαδήλωση.

Κωστής Παλαμάς
Στις 5 Μαρτίου συγκροτείται μεγάλη διαδήλωση κατά της πολιτικής επιστράτευσης.
Από την παράνομη εφημερίδα «Το Ελληνικόν Αίμα» (φ. 15/3/1943) διαβάζουμε:
«…Την πρωΐαν της ημέρας εκείνης (5/3/1943) εσημειώθησαν μεγάλαι συγκεντρώσεις εις τα κεντρικώτερα σημεία της πόλεως. Αι συγκεντρώσεις μετετρέποντο εις διαδηλώσεις, αίτινες διά της συνεχούς ενώσεως των διαφόρων ομάδων απετέλουν έναν αφαντάστως ορμητικόν χείμαρρον, έτοιμον εν κυριολεξία να παρασύρη κάθε ίχνος των βαρβάρων… Μία των μεγαλυτέρων διαδηλώσεων διήλθε προ του Δημαρχειακού Μεγάρου, όπου ο παριστάνων τον δήμαρχον κύναιδος ετόλμησε να εξέλθη εις τον εξώστην διά να… καθησυχάση τα πλήθη. Από τα στόματα των χιλιάδων διαδηλωτών διατηρούντων όλον το αθηναϊκόν χιούμορ των ηκούσθη η σύστασις: Μέσα αδελφή! Και η Αγγέλα έσπευσεν να εισέλθη…».
Σημειώνεται ότι διορισμένος Δήμαρχος εκείνη την περίοδο ήταν ο συνδικαλιστής βιοτέχνης Άγγελος Γεωργάτος.

Από το μεσημέρι της Τρίτης 4 Μάρτη δεκάδες χιλιάδες λαϊκοί αγωνιστές βρίσκονταν σε πυρετώδη κίνηση. Τα τυπογραφεία και οι πολύγραφοι δούλευαν αδιάκοπα. Πλακάτ, σημαίες, συνθήματα ετοιμάστηκαν. Τα σχέδια πορείας του κάθε κλάδου και τομέα καταστρώθηκαν. Χιλιάδες προκηρύξεις και τρικ μοιράστηκαν. Τα ΧΩΝΙΑ τότε εφευρέθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή.

Ξημέρωσε η Τετάρτη 5 Μάρτη του 1943. Όλη η κίνηση, όλες οι υπηρεσίες σταματημένες. Η ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ήταν πράγματι ΚΑΘΟΛΙΚΗ. Όλα νεκρώθηκαν. Εργάτες, υπάλληλοι, βιοτέχνες, έμποροι, όλοι απεργούν, όλα κλειστά και τότε άρχισε να ξεχύνεται στο κέντρο της Αθήνας ο λαϊκός χείμαρρος των συνοικιών. Για πρώτη φορά τόσο πυκνές λαϊκές μάζες κατέβηκαν στο πεζοδρόμιο για να διεκδικήσουν και να επιβάλουν τα αιτήματά τους. Για πρώτη φορά παρουσιάστηκε μια τόσο μεγάλη σε όγκο και μαχητικότητα ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ. Αυτό ήταν πρωτοφανές όχι μόνο για την Αθήνα αλλά και για τις μεγάλες ξένες πρωτεύουσες κι αυτό όχι σε καιρούς ειρηνικούς αλλά κάτω απ’ τον πιο βάρβαρο καταχτητή.
“Και φτάνει η μέρα. Ξεσπάει η απεργία Τράπεζες, δημόσια γραφεία, ταχυδρομεία, τηλεγραφεία, μαγαζιά -όλα κλειστά. Τρίζει τα δόντια η ψευτοκυβέρνηση. Οι απεργοί θα παταχθούν! Κι όταν ο Γκοτζαμάνης στρώνεται να γράψει το διάταγμα της απόλυσης των απεργών, δεν βρίσκει μια δακτυλογράφο να το δακτυλογραφήσει!
Τα εργοστάσια σταματημένα. Κι όλες οι επιχειρήσεις. Η κίνηση της πόλης έχει νεκρωθεί. Πλημμυρίζει η πόλη με παράνομο Τύπο. Μπρος λαέ της Αθήνας! Μπρος αδούλωτη Ελλάδα! Μπρος για τη μάχη των μαχών! Κι ας περιμένουν στους δρόμος έτοιμα τα ντουφέκια. Τα μάθαμε αυτά. Άλλο από το να σκοτώνουν δεν μπορούν.(…)
Στην οδό Πραξιτέλους γίνεται κακό. Οι Ιταλοί σκορπίζουνε το πλήθος. Σηκώνουν τα όπλα, βαράνε κοντακιές, ρίχνουν. Μια κοπέλα ορθώνεται μπροστά τους: -Πίσω, παλιόσκυλα!Ένας Ιταλός τη σημαδεύει. Βροντά το όπλο, σωριάζεται η κοπέλα. Φεύγουν άλλοι, χυμάνε να πάρουν το κορμί. Σε λίγο ο κόσμος που περνά βλέπει στον τόπο που έπεσε η κοπέλα και δακρύζει. Γύρω – τριγύρω στα αίματα έχουν βάλει πέτρες. Τάφος συμβολικός. Όλη μέρα περνάει πλήθος και ρίχνει λουλούδια. Γλυκοχαράζει η άνοιξη στη γη της Αττικής. Κι εκεί, στην οδό Πραξιτέλους, πάνω στην άσφαλτο που βάφηκε με το αίμα ενός κοριτσιού, στέλνει τριαντάφυλλα, γαρούφαλα και πασχαλιές. Ένας σωρός από λουλούδια.
Αλλού μάχες σωστές. Κοντά εκατό χιλιάδες τραβούν προς το πολιτικό γραφείο. Φωτιά σκορπίζουν οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί. Μηχανοκίνητα βογγούν. Χειροβομβίδες σκάνε. Πέφτουν οι λαβωμένοι, οι νεκροί. Τους αρπάζουν οι διαδηλωτές και φεύγουν μην πέσουν στα χέρια του κατακτητή. Πρόθυμα ανοίγουν τις πόρτες τους τα σπίτια για να δεχτούν τα θύματα. Γιατροί, νοσοκόμοι, τραυματιοφορείς βοηθάνε. Κι ο κόσμος που βρίσκεται μπροστά στις μπούκες των όπλων σκορπίζει, αλλά δεν εννοεί να διαλυθεί.
Στο υπουργείο Εργασίας! Άλλο κακό εκεί. Στις 11.30΄ είναι μαζεμένοι κοντά πενήντα χιλιάδες διαδηλωτές γύρω – τριγύρω χωμένοι στις παρόδους. Τραγουδάνε τον Εθνικό Ύμνο και χυμάνε με πέτρες και με ξύλα. Σπάζουν τις πόρτες και τα παράθυρα. Κατακίτρινος ο υπουργός Καλύβας ακούει την οχλοβοή ανάμεσα στους καραμπινιέρους που τον φρουρούνε. Φτάνει ενίσχυση της δύναμης. Αστυνομία ελληνική, Ιταλιάνοι, Γκεστάπο. -Πίσω! Διαλυθείτε!- Μπρος, παιδιά! Απάνω τους!-Θα σας σκοτώσουμε! Σκοτώστε μας! Αρχίζει το πολυβόλο. Σκάει η χειροβομβίδα. Και τότε γίνεται τούτο τ’ απίστευτο. Γυναίκες, άντρες και παιδιά ορμούν με πέτρες και με ξύλα πάνω στην ένοπλη δύναμη που ρίχνει. Λαβώνονται πολλοί. Κι άλλοι κουβαλάνε πέτρες στα μαντίλια, άλλοι ξεριζώνουν τις πλάκες απ’ τα πεζοδρόμια. Μάχη πρωτάκουστη. Τους κυνηγάνε εδώ, φυτρώνουν από κει. Κι ένα πράμα μονάχα δεν έχουν στο μυαλό τους – να διαλυθούν. Τρελοί;Τρελοί! Εδώ ένας σωριάστηκε τραυματισμένος. Εκεί άλλος κείτεται νεκρός. Εδώ μια ομάδα κοριτσιών που ρίχνουνε πέτρες. Αλλού άλλη ομάδα που κυνηγιέται για να κρυφτεί στους γύρω δρόμους. Εδώ με ξύλα δέρνονται διαδηλωτές και αστυφύλακες. Εκεί δουλεύει πιστολίδι. Χτυπάν τις πόρτες. Ανοίξτε, τραυματίες! Κι οι πόρτες ανοίγουν όλες. Γεμίζουν οι δρόμοι με χαρτάκια: Κάτω η πολιτική επιστράτευση. Αρπάζει η Γκεστάπο πολλούς απ’ τους διαδηλωτές: Μαζέψτε τα! Τα μαζεύουν και, καθώς τους πάνε στην Κομαντατούρ ή στο Κομάντο Πιάτσα, τα ξανασκορπάνε. Το μυρίζονται οι Γερμανοί. Ξύλο. Ώρες κρατάνε οι διαδηλώσεις. Ώρες αντηχεί η αντάρα κι ο αλαλαγμός της πόλης.”
Οι συγκρούσεις είχαν ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 7 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες.
Οι Έλληνες πάλεψαν και τελικά πέτυχαν τον σκοπό τους. Κάτω από την συνεχώς αυξανόμενη λαϊκή αντίδραση, το μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης, ανακαλείται στις 10.03.1943. Οι κατακτητές αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν την απόφασή τους και να δηλώσουν ότι «ΔΕΝ ΤΙΘΕΤΑΙ ζήτημα πολιτικής επιστράτευσης για την Ελλάδα».
Η 5η του Μάρτη του 1943 δεν έσωσε μόνο τα ελληνόπουλα από τα γερμανικά κάτεργα, αλλά συνετέλεσε και στην πορεία και την εξέλιξη του πολέμου και έδειξε το δρόμο που πρέπει να ακολουθούν οι λαοί για να επιβάλουν τις θελήσεις τους. Πρόκειται για μεγαλειώδη στιγμή της Εθνικής Αντίστασης, ένα ανεπανάληπτο γεγονός σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Ήταν επίσης και το κύκνειο άσμα της διορισμένης κυβέρνησης εκείνης, καθώς οι Ναζί αντικατέστησαν ως «ανεπαρκή» τον Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο, και διόρισαν πρωθυπουργό τον Ιωάννη Ράλλη.



