Θεσσαλονίκη, Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσής του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της.
Γύρω της και πάνω της βουίζουν και σπάνε τα κύματα των διαδηλωτών, των απεργών καπνεργατών που διεκδικούσαν την αύξηση των κουρεμένων ημερομισθίων τους. Οι αμοιβές των 48.000 περίπου καπνεργατών είχαν πέσει από τις 135-150 δραχμές στις 75 δραχμές. Μάλιστα, πολλοί αναγκάζονταν να δουλεύουν δωρεάν, μόνον για τα ένσημά τους.
Είναι η μάνα του Τάσου Τούση, που έπεσε νεκρός στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας, ενώ ακολούθησαν και άλλοι νεκροί στη συνέχεια. Ο θρήνος της μητέρας του πάνω στο πτώμα του γιου της, που καταγράφηκε φωτογραφικά, ενέπνευσε το Γιάννη Ρίτσο στον «Επιτάφιο».
Την επόμενη ημέρα, η κηδεία των θυμάτων είναι πραγματικός λαϊκός ξεσηκωμός. Στο νεκροταφείο συγκεντρώνονται περίπου 150.000 άνθρωποι. Στις 11 Μαΐου κηρύσσονται απεργίες διαμαρτυρίας σε πολλές πόλεις της χώρας και στις 13 Μαΐου πανελλαδική απεργία.

“Επιτάφιος” Αποσπάσματα
” Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου, πουλάκι της φτωχιά αυλής, ανθέ της ερημιάς μου, πως κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου, που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ’ το τσίνορό μου, τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;….”
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης
Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα
Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι
Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.
Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.
Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια
Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.



