
Οι ήρωες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ο αρχιστράτηγος της Ελληνικής Επανάστασης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο οπλαρχηγός ∆ηµήτρης Πλαπούτας, οι άνθρωποι που ρίσκαραν τη ζωή τους και συνέβαλαν τα μέγιστα στην αποτίναξη του οθωµανικού ζυγού και στη δηµιουργία ελληνικού ανεξάρτητου κράτους, κατηγορήθηκαν επισήµως για… εσχάτη προδοσία!
Την νύχτα μεταξύ 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου του 1833, από το φρούριο του Ναυπλίου Παλαμήδι, κατόπιν εμπιστευτικής και αυστηροτάτης άνωθεν διαταγής, και συγκεκριμένα από τον Υπουργό των Στρατιωτικών της τότε Αντιβασιλείας, ο μοίραρχος Κλεώπας με απόσπασμα από σαράντα χωροφύλακες εξήλθε του φρουρίου και οδήγησε αυτούς με όλες τις επιβαλλόμενες της αποστολής προφυλάξεις, μπροστά από τον μικρό οικίσκο. Η ιστορική αφήγηση που έχει διασωθεί έχει ως εξής:
Η σύλληψη του Κολοκοτρώνη
«Ητο λοιπόν μεσονύκτιον όταν ο Κλεώπας με τους χωροφύλα-κας έφθασε προ της θύρας του ερημητηρίου εκείνου, του εγκλείοντος τον προγεγραμένον αγωνιστήν. Απόλυτος ηρεμία εβασίλευεν εις τα πέριξ. Τα παράθυρα του οικίσκου ήσαν κλειστά. Ουδε ίχνος ζωής. Ο προγραφείς δεν είχεν ούτε καν ένα σκύλλον, ίνα τον ειδοποιήση ότι κατα εκείνην την ώραν ευρίσκετο εν διωγμώ. Αλλος τις προ της μελαγχολικής εκείνης ηρεμίας των πάντων ευρισκόμενος, θα εδίσταζεν ίσως να ταράξη τον ύπνον γέροντος, όστις οσάκις επί πεντηκονταετίαν ηγρύπνησεν, ίνα καθαρίση το έδαφος του νεαρού Βασιλείου από τους Τούρκους.
Αλλα ο Κλεώπας είχε λάβει από τον Υπουργόν των Στρατιωτικών εμπιστευτικάς και αυστηροτάτας διαταγάς. Διέταξε λοιπόν ευθύς τους χωροφύλακας να κυκλώσωσι τον οικίσκον και να ετοιμάσωσι τα όπλα των. Αυτός δε έκρουσεν ισχυρώς την θύραν.
Μετα ολίγα λεπτά το μικρόν παράθυρον ήνοιξε. Οι χωροφύλακες ετοιμάζονται προς άμυναν, νομίσαντες ότι θα ήστραπτον εκεί καρυοφύλλια ανταρτών. Αλλα αντί τούτων εφάνη η πολιά κεφαλή του ημιγύμνου γέροντος, όστις περιφέρων το αέτειον βλέμμα του ηρώτησε με την βροντώδη φωνήν του:
– Ποίος είναι;
– Εγώ! Ο Μοίραρχος, ο Κλεώπας…
– Και τι ζητείς;
– Έχω διαταγήν να κάμω έρευναν. Εδώ μέσα είνε οπλοφόροι και όπλα.
Ο Κολοκοτρώνης εκάγχασεν, αλλα έσπευσεν αμέσως να ανοίξη την θύραν και έπεσε πάλιν εις την κλίνην του, αφήσας ελεύθερον τον Κλεώπαν να ερευνήση. Οι χωροφύλακες εισορμήσαντες ηρεύνησαν πανταχού. Η ελπίς ευρέσεως όπλων και οπλοφόρων ήτο φρούδη. Εύρον μόνον εν σπαθί, εν τουφέκι και μίαν πιστόλαν ανήκοντα εις αυτόν τον Κολοκοτρώνην, τα οποία και κατέσχον. Αυτά ήσαν τα όπλα τα οποία έλαβον τοσάκις το βάπτισμα του πυρός και τοσάκις εδόξασαν την μαχομένην πατρίδα.
Εν τέλει ο Κλεώπας ανήγγειλεν εις τον γέροντα, ότι διαταγή της Αντιβασιλείας διατελεί υπό κράτησιν και να ενδυθή, διότι θα τον οδη-γήση εις την φυλακήν!
Ο Κολοκοτρώνης επήδησεν από της κλίνης και ήρξατο να ενδύ-εται, τότε δε μόλις προσέξας εις το πλήθος της ενόπλου δυνάμεως είπε πικρώς σαρκάζων προς τον Κλεώπαν:
– Τι εχρειάζετο τόσος στρατός; Έφτανε να μου στείλουν ένα σκυλλί μαλλιαρό, από εκείνα που κάνουν θελήματα, μα ένα γράμμα να πάω στα Ανάπλι και μα ένα φανάρι στο στόμα του για να μας φέγγη και των δυό μας…..
Εν τω μεταξύ ο Κλεώπας είχε συνάξη από τα κιβώτια και τα ερμάρια της οικίας όλα τα έγγραφα άτινα, εσφράγισεν ενώπιον του Κολοκοτρώνη. Εκείνος όμως τελείως αδιαφορών δια όλα ταύτα ητοιμάσθη και πρώτος εξήλθε, καλών τους στρατιώτας εις εκπλήρωσιν των ανεξηγήτων δια αυτόν διαταγών. Οι χωροφύλακες τον περιεστοίχισαν και συνοδία σιωπηλή ηκολούθησε δια πλαγίων ατραπών την άγουσαν προς την Αρβανιτιάν (Παλαμήδι). Η νυχτερινή ηρεμία επηύξανε την τραγικότητα του σοβαρού γεγονότος.
Ο γέρων βαδίζων σύννους θα έστρεφε βεβαίως το βλέμμα προς τα Δερβενάκια (είναι πλησίον και ορατά), όπου άλλοτε συνέτριψε τας στρατιάς του Δράμαλη και προς τους κοπάνους των όπλων των χωροφυλάκων, οίτινες ήδη τοσούτον μυστηριωδώς τον απήγον δεσμώτην εις το πρετώριον, δια αιτίαν όλως άγνωστον εις αυτόν.»
Βαρύ το κατηγορητήριο για τον αρχιστράτηγο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον οπλαρχηγό Δημήτριο Πλαπούτα που κρατήθηκαν στα υγρά κελιά της Ακροναυπλίας
Αµφότεροι φέρονται να έχουν οργανώσει από την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1833 συνωµοσία που αποσκοπούσε στη διατάραξη της δηµόσιας ασφάλειας, στον παρασυρµό των υπηκόων του ανήλικου βασιλιά της Ελλάδας Οθωνα Α’ σε εµφύλια διαµάχη και στην ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης.

Οι Αιτίες
Οι περιπέτειες για τον αρχιστράτηγο της Εθνικής Παλιγγενεσίας είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα. Από τον Ιανουάριο του 1828, όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας ανέλαβε πρώτος κυβερνήτης της ελληνικής πολιτείας, ο Κολοκοτρώνης ήταν δίπλα του κατέχοντας εξέχουσα θέση. Με τη δολοφονία του πολύπειρου διπλωµάτη όµως, τον Οκτώβριο του 1831, η διακυβέρνηση περνά αµιγώς στα χέρια των πολιτικών. Από τον Ιανουάριο του 1833 έχει φθάσει στο Ναύπλιο και ο ανήλικος Βαυαρός πρίγκιπας Οθων Α’ προκειµένου να στεφθεί βασιλιάς, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα σχέδια των πολιτικών για τη νοµή της εξουσίας. Τουναντίον, εκµεταλλευόµενοι τη φυσική αδυναµία του νεαρού µονάρχη να κυβερνήσει και µε δεδοµένο ότι η αντιβασιλεία δεν γνώριζε άριστα τα δεδοµένα του τόπου, συνασπίζονται και οργανώνουν την εξουδετέρωση της καποδιστριακής µερίδας, δηλαδή του Ρωσικού Κόµµατος και εποµένως και του ίδιου του Κολοκοτρώνη.
Παράλληλα οι εχθροί του Κολοκοτρώνη, αρκετοί εκ των οποίων είχαν αναµετρηθεί µαζί του κατά τη διάρκεια των δύο εµφυλίων πολέµων που πραγµατοποιήθηκαν µεσούντος του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, αρχίζουν τεχνηέντως να τον συκοφαντούν, διασπείροντας ότι εχθρεύεται τον νέο µονάρχη. Τον θεωρούν εµπόδιο στα σχέδιά τους που αφορούσαν την κατάληψη νευραλγικών θέσεων εξουσίας και επιχειρούν να τον βγάλουν από τη µέση. Οι Μαυροκορδάτος και Κωλέττης στέλνουν επιστολή στο Μόναχο, υποστηρίζοντας ανακριβώς πως ο Κολοκοτρώνης συγκεντρώνει στρατό 20.000 ανδρών για να εµποδίσει την άφιξη του Οθωνα. Ο αρχιστράτηγος µόλις πληροφορήθηκε τα καθέκαστα πήγε στο λιµάνι του Ναυπλίου έφιππος, φορώντας τη µεγάλη στολή και την περικεφαλαία, προκειµένου να υποδεχθεί τον ανήλικο µελλοντικό βασιλιά και να υποβάλει τα σέβη του. Συνεχάρη τον 18χρονο και έδωσε µαζί µε τη συνοδεία του όρκο πίστης στον θρόνο. Αµέσως µετά αποσύρθηκε στο αγρόκτηµα που διατηρούσε λίγο έξω από την πόλη, στη συνοικία Πρόνοια, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου που είχε χτίσει ο ίδιος.
Για την κίνησή του αυτή θα γράψει: «Οσον ηµπόρεσα έκαµα το χρέος µου. Είδα την πατρίδα µου ελεύθερη, είδα εκείνο όπου ποθούσα και εγώ και ο πατέρας µου και ο πάππος µου και όλη η γενιά µου καθώς και όλοι οι Ελληνες. Και έτσι απεφάσισα να πάω εις ένα περιβόλι, όπου είχα έξω από τ’ Ανάπλι. Επήγα, εκάθησα και απερνούσα τον καιρό µου καλλιεργώντας. Και ευχαριστούµην να βλέπω να προοδεύουν τα µικρά δένδρα που εφύτευα». Το ίδιο προέτρεπε να κάνουν και οι συνεργάτες του, θέλοντας έµµεσα να δηλώσει ότι δεν τον αφορούσαν τα πολιτικά πράγµατα. Μάλιστα, έφτασε στο σηµείο να προσφέρει ευγενικά στη βασιλική αυλή και το κάστρο της Καρύταινας που είχε φτιάξει ο ίδιος µε δικά του χρήµατα. Ολα αυτά όµως δεν θα αποτρέψουν τη σύλληψή του.
Ιδού πώς αναφέρει τη σύλληψή του στις 7 Σεπτεμβρίου 1833 ο ίδιος ο λαοφιλής εθνικός ήρωας στα αποµνηµονεύµατά του:
«Εκεί (σ.σ.: στο Ναύπλιο) ήλθαν τη νύχτα εις τες 7 Σεπτεµβρίου, και µε επήρε ο Κλεώπας, µοίραρχος, µε 40 χωροφύλακες και µε επήγε εις το Ιτς Καλέ και µε παράδωσε εις τον φρούραρχο και µ’ έβαλαν 6 µήνες µυστική φυλακή, χωρίς να ιδώ άνθρωπο, εκτός του δεσµοφύλακα. ∆εν ήξευρα τι γίνεται διά έξη µήνες, ούτε ποιος ζει, ούτε ποιος απέθανε, ούτε ποιον έχουν εις την φυλακήν. ∆ιά τρεις ηµέρες δεν ήξευρα πως υπάρχω, µου εφαίνετο όνειρο· ερωτούσα τον εαυτόν µου, αν ήµουν εγώ ο ίδιος ή άλλος κανείς· δεν εκαταλάβαινα διατί µε έχουν κλεισµένο».

(Δημήτρης Πλαπούτας)
Συλλαµβάνεται επίσης ο στρατηγός ∆ηµήτρης Πλαπούτας, καθώς και ακόµη 16 οπλαρχηγοί και στρατιωτικοί που ήταν αφοσιωµένοι στο καποδιστριακό Ρωσικό Κόµµα, συµπεριλαµβανοµένου και του γιου τού «Γέρου του Μοριά», Γενναίου. Πάνω από µισό χρόνο παρέµεινε στο κελί ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, χωρίς να έχει καµία επαφή µε τον έξω κόσµο. Το πλήρες κατηγορητήριο θα το µάθει στο δικαστήριο. Υποκίνησε, λέει, συνωµοσία «προς παράλυσιν της βασιλικής εξουσίας και εις προπαρασκευήν εµφυλίου πολέµου» ώστε «να καταργήσει το καθεστώς πολίτευµα του έθνους».
Παράλληλα, οι κατηγορούµενοι «παρεκίνησαν υπηκόους να υπογράψουν παράκλησιν προς ξένην δύναµιν επί σκοπώ της καταργήσεως της Υψηλής Αντιβασιλείας», υπονοώντας τη Ρωσία. Ως απόδειξη παρουσιάστηκε µια επιστολή του ήρωα της Επανάστασης προς τον τσάρο, που αφορούσε όµως την επίλυση µοναστηριακών ζητηµάτων.
Το παρασκήνιο της δίκης
«Κρατάω 49 χρόνους στο χέρι το σουλντάδο (σ.σ.: ντουφέκι) και πολεµώ για την πατρίδα»
Η ανατριχιαστική απολογία του Κολοκοτρώνη, το σαθρό κατηγορητήριο, η παρέλαση ψευδοµαρτύρων και ο σκιώδης ρόλος του Σκοτσέζου εισαγγελέα στην καταδίκη των κατηγορουµένων, που θα οδηγούσε τον εθνικό ήρωα ένα βήµα πριν από την γκιλοτίνα
Ώρα 11.00 το πρωί της 30ής Απριλίου 1834, η αίθουσα είναι ασφυκτικά γεµάτη: από παλιούς αγωνιστές, καπετάνιους, συγγενείς των κατηγορουµένων, κοτζαµπάσηδες, οµογενείς του εξωτερικού, Βαυαρούς, ξένους διπλωµάτες και από αρκετό απλό κόσµο που απαρτιζόταν ακόµη και από γυναίκες, κάτι ασυνήθιστο για την εποχή. Ολοι περιµένουν να δουν και να ακούσουν τους κατηγορουµένους που µόλις έχουν φτάσει σιδηροδέσµιοι υπό τη συνοδεία ισχυρής δύναµης της Χωροφυλακής. Φορούν την απλή στολή του καπετάνιου, χωρίς παράσηµα. Θα εξεταστούν ένας ένας. Ο 48χρονος στρατηγός ∆ηµήτρης Πλαπούτας οδηγείται σε έναν διπλανό χώρο, καθώς οι δικαστές θα ξεκινήσουν µε την κατάθεση του «Γέρου του Μοριά», ο οποίος, παρά την καταπόνηση από τις κακουχίες, εξακολουθεί να προκαλεί δέος σε όσους τον αντικρίζουν. Στο εδώλιο του Κακουργιοδικείου δεν στέκεται ακόµη ένας οπλαρχηγός, αλλά προσωποποιηµένη η Επανάσταση του ’21.
Ο πρόεδρος της έδρας Αναστάσιος Πολυζωίδης καλεί τον κατηγορούµενο να εγερθεί και να ορκιστεί στο Ευαγγέλιο.
- Πρόεδρος δικαστηρίου: Πώς ονοµάζεσαι;
- Κατηγορούµενος: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
- Πρόεδρος: Πόθεν κατάγεσαι;
- Κατηγορούµενος: Από το Λιµποβίσι της Καρύταινας.
- Πρόεδρος: Πόσων ετών είσαι;
- Κατηγορούµενος: Εξήντα τεσσάρων. Γεννήθηκα το 1770, τρεις του Απρίλη.
- Πρόεδρος δικαστηρίου: Τι επάγγελµα κάνεις;
- Κατηγορούµενος: Στρατιωτικός. Κρατάω 49 χρόνους στο χέρι το σουλντάδο (σ.σ.: ντουφέκι) και πολεµώ για την πατρίδα. Το ακροατήριο ανατριχιάζει στα λόγια του εθνικού ήρωα. Αργότερα θα προσθέσει πως «πολεµούσα νύχτα-µέρα για την πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιµήθηκα µια ζωή. Είδα τους συγγενείς µου να πεθαίνουν, τ’ αδέρφια µου να τυραννιούνται και τα παιδιά µου να ξεψυχάνε µπροστά µου. Μα δεν δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για τη λευτεριά µας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω».
Αρνείται τις κατηγορίες
Ο Κολοκοτρώνης θα αρνηθεί τα πάντα. «Υστερα από τον φόνο του κυβερνήτη», θα πει (εννοώντας τον Ιωάννη Καποδίστρια), «η πατρίδα ήτανε χωρισµένη στα δύο. Εγώ έκαµα ό,τι µπορούσα για να σταµατήσει ο εµφύλιος σπαραγµός. Οταν έµαθα την εκλογή του βασιλιά, του έστειλα, µαζί µε τους φίλους µου, µια αναφορά φανερώνοντας την αφοσίωσή µας. Οταν ήρθε στ’ Ανάπλι, σκόρπισα τους ανθρώπους µου και εγώ τράβηξα στο περιβόλι µου να ησυχάσω». Ο πρόεδρος του δικαστηρίου θα τον ρωτήσει σε αυτό το σηµείο µε απορία: «Τότε γιατί αντενέργησες στον βασιλιά σου και στην αντιβασιλεία;».
Ο κατηγορούµενος εξανίσταται: «Εγώ να αντενεργήσω; Μα δεν ξέρετε λοιπόν κι εσείς οι ίδιοι και όλοι οι Ελληνες πόσο πάσκισα στον καιρό του σηκωµού ν’ αποχτήσει το έθνος κεφαλή και να µου λείψουν οι φροντίδες; Τώρα που ο Θεός µας έδωσε βασιλιά, εγώ είπα σ’ όλους τους φίλους µου: “Τώρα είµαι ευτυχής. Θα κρεµάσω την κάπα µου στον κρεµανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα µου ν’ αποθάνω ήσυχος και ευχαριστηµένος”». Αυτά είπε ο «Γέρος» και κάθισε στον πάγκο του, ενώ στην αίθουσα απλώθηκε βαθιά σιωπή. Κατόπιν απολογήθηκε ο Πλαπούτας, αρνούµενος κι αυτός κάθε κατηγορία.
«Εµείς το ’χουµε ψηλά και καθαρό το κούτελο και δεν µηχανευόµαστε βρωµοδουλειές όπως η αφεντιά εκείνων που µας κατηγορούν για αναρχικούς. Ο,τι έχουµε να πούµε το λέµε ντρέτα και σταράτα. Κύριοι δικαστές, είµαστε αθώοι. Αλλοι είναι οι εχθροί και προδότες της πατρίδας» θα πει. Ακολούθησε η εξέταση 44 µαρτύρων κατηγορίας και 115 µαρτύρων υπεράσπισης, στις καταθέσεις των οποίων αποτυπώνονται οι αντιπαλότητες µεταξύ κοµµάτων και φατριών, καθώς επίσης και οι αντιπαραθέσεις των ξένων δυνάµεων. Από την άλλη, οι συνήγοροι υπεράσπισης στις αγορεύσεις τους απέδειξαν το αβάσιµο των όσων προσάπτονταν στους δύο άνδρες, στηλιτεύοντας τη στάση µιας σειράς ψευδοµαρτύρων που δρούσαν κατόπιν συνεννόησης µε τον εισαγγελέα της έδρας, τον Σκοτσέζο φιλέλληνα Εδουάρδο Μέισον. Πρόκειται για ένα αµφιλεγόµενο πρόσωπο που, όπως αναφέρει και ο Γερµανός ιστορικός Καρλ Μέντελσον-Μπαρτόλντι, ήταν «εµπαθής πολέµιος της ρωσικής µερίδος» και «είχε υπερασπιστεί µε πάθος τον φονιά του Καποδίστρια, Γεώργιο Μαυροµιχάλη».
Η αγόρευση του Μέισον
Η αγόρευση του πρώτου χρονικά εισαγγελέα του νεοσύστατου ελληνικού κρατιδίου κράτησε 5,5 ώρες και στην ουσία ήταν µια επανάληψη των όσων είχαν υποστηρίξει οι µάρτυρες κατηγορίας. Πριν ξεκινήσει η δίκη, ο Μέισον είχε καλέσει στο σπίτι του και τα πέντε µέλη της έδρας και αφού τους παρουσίασε όσα στοιχεία είχαν συγκεντρωθεί κατά το στάδιο της προανάκρισης, τους ρώτησε αν τα έβρισκαν αρκετά για να καταδικαστούν οι δύο στρατηγοί. Ο 32χρονος θερµός θιασώτης της ανεξάρτητης ∆ικαιοσύνης Αθανάσιος-Αναστάσιος Πολυζωίδης, ο οποίος θα εκτελούσε χρέη προέδρου, απάντησε εξαρχής αρνητικά. Στην πορεία επιχειρήθηκε ο επηρεασµός του, όπως και του έτερου αδέκαστου µέλους -και συνοµήλικου του προέδρου- Γεώργιου Τερτσέτη.
Ήταν ξεκάθαρο ότι, εκτός από αυτούς τους δύο, οι άλλοι τρεις δικαστές είχαν αποφασίσει εξαρχής να καταδικάσουν σε θάνατο τους κατηγορουµένους. Για την Ιστορία, επρόκειτο για τους ∆ηµήτριο Σούτσο (είχε παντρευτεί την αδελφή του υπουργού ∆ικαιοσύνης Κωνσταντίνου Σχινά και προφανώς αυτό έπαιξε ρόλο στην απόφασή του), ∆ηµήτρη Βούλγαρη (γραφέας στο υπουργείο Εσωτερικών χωρίς νοµικές γνώσεις, ο οποίος διορίστηκε στο δικαστήριο µάλλον λόγω του µίσους που έτρεφε εναντίον των εγκαλουµένων) και Φωκά Φραγκούλη (πρόσωπο φιλικά προσκείµενο στο καθεστώς που υπηρετούσε στο δικαστήριο της Χαλκίδας και µετατέθηκε στο Ναύπλιο).

(Γεώργιος Τερτσέτης)
Τα αδέκαστα μέλη
Η ακροαµατική διαδικασία θα διαρκέσει 26 ηµέρες και µέχρι την Παρασκευή 25 Μαΐου, όταν οι δικαστές αποσύρονται προκειµένου να συσκεφθούν. Το Σάββατο η αίθουσα του δικαστηρίου είναι κατάµεστη και όσοι δεν έχουν προλάβει να πιάσουν θέση έχουν κατακλύσει την πλατεία Συντάγµατος. Απαντες περιµένουν µε αγωνία την απόφαση. Στη σύσκεψη, ο Τερτσέτης επιχειρεί µε δάκρυα στα µάτια να επηρεάσει τους «µιληµένους» συναδέλφους του να µην καταδικάσουν τους προφυλακισµένους. Ο πρόεδρος Πολυζωίδης δίνει κι αυτός από την πλευρά του την ύστατη µάχη για την αθώωσή τους. Στρεφόµενος προς τους συναδέλφους που διαφωνούν, θα πει: «Θεωρώ την απόφασή σας εντελώς άδικη. ∆εν στηρίζεται σε αποδείξεις, αλλά σε ψευδέστατη βάση και αποτελεί προσβολή και αυτού του ιερού ονόµατος της αλήθειας». Οι τρεις, ατάραχοι, τον καλούν να υπογράψει πρώτος την απόφαση.
Όταν εκείνος αρνείται, παρεµβαίνει ο υπουργός ∆ικαιοσύνης Κωνσταντίνος Σχινάς που είναι παρών. «Ε, και η υποµονή έχει τα όριά της» θα πει, διατάζοντας τους χωροφύλακες να αρπάξουν τον πρόεδρο και να τον οδηγήσουν στην έδρα. Τον σπρώχνουν, τον βρίζουν και τον πηγαίνουν στη δικαστική αίθουσα µε σκισµένα ρούχα. Επειδή αρνείται να διαβάσει την απόφαση, ο υπουργός τη δίνει στον γραµµατέα. Ο Πολυζωίδης βάζει τα χέρια στο πρόσωπό του και κλείνει τα µάτια, καθώς δεν µπορεί να βλέπει τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη -που παίζει ατάραχος τις χάντρες του κοµπολογιού του- και τον συγκατηγορούµενό του Πλαπούτα. Το δικαστήριο, µε ψήφους 3 έναντι 2, κρίνει τους κατηγορουµένους ένοχους και τους καταδικάζει στην ποινή του θανάτου.
Στο άκουσµα της ποινής ο λαός αγανακτεί, ενώ ο Κολοκοτρώνης κάνει τον σταυρό του. «Κύριε ελέησον. Μνήσθητί µου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» θα πει. Βγάζει µια πρέζα καπνό από την ταµπακέρα του προκειµένου να στρίψει τσιγάρο. Κάποιος από το ακροατήριο του φωνάζει «άδικα σε σκοτώνουν, στρατηγέ». «Γι’ αυτό λυπάσαι; Καλύτερα που µε σκοτώνουν άδικα, παρά δίκαια» θα απαντήσει. ∆ίπλα του ο Πλαπούτας είναι πολύ ταραγµένος και δάκρυα κυλούν από τα µάτια του. Ο Κολοκοτρώνης τον κοιτά µε συµπόνια: «∆εν λυπάµαι για τον εαυτό µου, αλλά γι’ αυτόν εδώ που έχει επτά κόρες (σ.σ.: είχε και έναν γιο)».
Αφού άδειασε το τζαµί, οι χωροφύλακες έδεσαν τα χέρια των θανατοποινιτών και τους συνόδευσαν προς το Ιτς Καλέ. Ο Κολοκοτρώνης τους ρώτησε, χωρίς να πάρει απάντηση: «Πού;». Πίστευε ότι θα τους οδηγούσαν κατευθείαν στην καρµανιόλα.
Ο λαός δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη μαύρη νύχτα! Το κλίµα αναταραχής που έχει προκληθεί σε όλο το Ναύπλιο γίνεται γνωστό στην αντιβασιλεία. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή που οι Κωλέττης και Σχινάς βιάζονται να εκτελέσουν τους δύο Ήρωες, Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας αποκτούν έναν απροσδόκητο σύμμαχο! Ο Μαυροκορδάτος (Γραμματέας της Επικρατείας) προτείνει για το καλό του έθνους και της βασιλείας να δοθεί πλήρης χάρη στους καταδικασθέντες και να απολυθούν από τις φυλακές όλοι οι κρατούμενοι.
Μαζί του (αντιλαμβανόμενος τη θύελλα των ταραχών και των εξεγέρσεων που θα ακολουθούσαν των εκτελέσεων), συμφωνεί ο αντιβασιλέας Άρμανσπεργκ. Την ίδια ανησυχία εκφράζουν και οι πρόξενοι της Αγγλίας, Ρωσίας και Βαυαρίας, ο καθένας για τους δικούς του λόγους και όχι γιατί αγαπούσαν την Ελλάδα…
Τελικά η θανατική ποινή με απόφαση του βασιλιά μετατράπηκε σε κάθειρξη 20 ετών. Όταν το άκουσε ο Κολοκοτρώνης είπε πάλιν τον ευτράπελο λόγο του: «Ευχαριστώ τον βασιλιά, µα θα τον γελάσω. ∆εν θα ζήσω τόσους χρόνους».

(Αναστάσιος Πολυζωίδης)
Τους Πολυζωίδη και Τερτσέτη τούς οδήγησαν σε δίκη. Ήταν ένα από τα ανταλλάγματα που έθεσαν οι άλλοι τρεις αντιβασιλείς για να συμφωνήσουν με τον Όθωνα στην απονομή χάριτος! Να τι είπε ο Τερτσέτης στην απολογία του: «Ζουν οι οπλαρχηγοί. Ζουν! Χαρείτε, ω Έλληνες. Ζουν! Φυλακισμένοι. Αληθινά, εις τα φρούρια, οπού προ δέκα χρόνων επήραν επί κεφαλής σας από τον εχθρόν, αλλά ζουν!…


