
Αναστάσιος Πολυζωίδης και Γεώργιος Τερτσέτης: Διαχρονικά σύμβολα του αγώνα για ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Οι δικαστικοί που αρνήθηκαν να καταδικάσουν άδικα τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα σε θάνατο στην γκιλοτίνα. Ξυλοκοπήθηκαν, φυλακίστηκαν και δικάστηκαν από τους Βαυαρούς.
Το νέο, τ’ απίστευτο νέο, έπεσε σαν βόμβα στην μικρή τότε Ελλάδα. Στην αρχή κανείς δεν το πίστεψε, κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει. Τόσο απίστευτο φαινόταν. Πολλοί το θεώρησαν σαν ένα κακόγουστο, χονδροειδές αστείο. Όμως δεν ήταν αστείο. Ήταν πέρα για πέρα αληθινό!
Η απίστευτη είδηση με ταχύτητα αστραπής διαδόθηκε παντού. Ένοχος εσχάτης προδοσίας ο Γέρο-Κολοκοτρώνης! Προβλεπόμενη ποινή: θάνατος!
Σείστηκε η γη. Σκοτείνιασε ο Ήλιος. Έκρυψαν οι Έλληνες τα πρόσωπά τους από ντροπή.
– “Ανάθεμά σας σκυλιά!!” βρυχήθηκε ένας γέρο αγωνιστής. “Ανάθεμά σας δολοφόνοι!!”
– “Καταραμένοι Μπαμπαροί!” βροντοφώναξε ένας παπάς και κατακτήπησε τις καμπάνες. “Εσείς περάσατε και τους Τούρκους ακόμη!”.
“Εις την ακρόασιν της αποφάσεως σταλαγματιές δακρύων έπεφταν από τους οφθαλμούς του Πλαπούτα. Εσυλλογίζετο την ορφάνεια των τέκνων του. Ο Κολοκοτρώνης με ατάραχον βλέμμα είπε: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου” (Γ. Τερτσέτη, Άπαντα).
Τον έπιασαν τον Γέρο. Τον έκλεισαν σ’ ένα υπόγειο, ανήλιο, μπουντρούμι. Μαζί του και ο αιθέρας της Κλεφτουριάς. Ο Πλαπούτας, ο Κίτσος Τζαβέλας και άλλοι θρυλικοί αγωνιστές.

Η δίκη άρχισε στις 30 Απριλίου 1834.
Παραπέμφθηκαν με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, γιατί δήθεν ετοίμαζαν συνωμοσία για την ανατροπή του ανήλικου βασιλιά Όθωνα. Η συγκρότηση του δικαστηρίου ήταν πενταμελής. Πέντε άτομα που θεωρήθηκαν φανατικοί εχθροί του Κολοκοτρώνη. Ο Υπουργός της Δικαιοσύνης ο Σχινάς το ανθρωπάριο και ο εισαγγελέας του Δικαστηρίου, ο απαίσιος ανθέλληνας Σκωτσέζος Μάσσον φρόντισαν με ιδιαίτερη προσοχή για την σύνθεση του Δικαστηρίου. Ήθελαν να καταδικαστεί αμέσως ο Κολοκοτρώνης – άλλωστε ο δήμιος ακόνιζε, δοκίμαζε τα απαίσια σύνεργά του.
Πρόεδρος: Πολυζωίδης. Μέλη: Τερτσέτης, Σούτσος, Φραγκούλης, Βούλγαρης. Εισαγγελέας: Ο ορκισμένος εχθρός του Γέρου, ο απαίσιος Μάσον.
Από την πρώτη στιγμή της δίκης αποκαλύπτεται ο αισχρός ρόλος των ξένων, που χωρίς ντοκουμέντα, αλλά με πληρωμένους ψευδομάρτυρες, πέφτουν συνέχεια σε αντιφάσεις, και προσπαθούν να πείσουν το δικαστήριο για την ενοχή του Γέρου.
Επίσης από την πρώτη στιγμή αρχίζει και η αντίθεση ανάμεσα στον πρόεδρο Πολυζωίδη και στον τρομερό δημόσιο κατήγορο Μάσσον. Ο Μάσσον κραυγάζει, απειλεί, άκουσον! άκουσον!: ” Επιμένω στην κατηγορία και με τα νύχια και με τα δόντια θα την υποστηρίξω. Θάνατος! Θάνατος!”
Στη συνέχεια το δικαστήριο αποσύρεται σε σύσκεψη. Ο εισαγγελέας Μάσσον πιέζει τους Δικαστές να υπογράψουν την καταδικαστική απόφαση. Οι Σούτσος, Φραγκούλης και Βούλγαρης σπεύδουν αμέσως και χωρίς να διστάσουν, υπογράφουν. Ο Πρόεδρος όμως Πολυζωίδης και ο Δικαστής Τερτσέτης αρνούνται να γίνουν συνεργοί ενός τέτοιου στυγερού και αποτρόπαιου εγκλήματος.
Έξαλλος ο Τερτσέτης τους φωνάζει “Ντροπή Κύριοι! Ντροπή! Με τέτοια χαλκευμένα αποδεικτικά στοιχεία, ούτε δύο γάτοι δεν καταδικάζονται σε θάνατο!”.
Οι χωροφύλακες του καθεστώτος με βρισιές και λασπολογίες και με προτεταμένη τη λόγχη προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τον βιάζουν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη των αγωνιστών. Η απάντηση του Πολυζωίδη είναι: “Το σώμα μου δύνασθε να το κάμητε όπως θέλετε, αλλά τον στοχασμόν μου, την συνείδησίν μου, δεν θα δυνηθήτε να τα παραβιάσητε”.
Ο Πολυζωίδης, κατά πρώτον λόγο, αλλά και ο δικαστής Τερτσέτης, εκείνες τις ώρες, καθιέρωσαν έμπρακτα την ιδέα της Ανεξάρτητης Δικαιοσύνης.
Καλείται σε ενίσχυση ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κων/νος Σχινάς. Έφριξε το ανθρωπάριο. “Πως τολμούν;” ψέλλισε και έτρεξε ν’ ανακοινώσει την ανυπακοή των δύο δικαστών στο αφεντικό του τον αντιβασιλέα Μάουερ, καθώς επίσης και στον Μεγάλο Άρμανσμπεργκ και στον Άιντεκ. Φρίξανε όλοι, ιδίως ο Μάουερ παραλίγο να πάθει αποπληξία. “Τολμούν να παραβαίνουν τις εντολές μου;” ούρλιαξε. Προστάζει τον Σχινά να μεταχειριστεί ακόμα και βία. Ήθελαν η απόφαση να είναι ομόφωνη…
Ενθουσιάζεται ο Σχινάς. Παίρνει και αρκετούς χωροφύλακες μαζί του…
– “Υπογράψτε!” διατάζει ο Υπουργός τους δύο δικαστικούς.
Πολυζωίδης: Προτιμώ να μου κόψετε τα χέρια. Δεν υπογράφω!
Στρέφεται ο Σχινάς στον Τερτσέτη: -“Εσείς τουλάχιστον θα υπογράψετε. Ναι ή ΟΧΙ;”
– ΟΧΙ! απαντά ο Τερτσέτης
Ο Σούτσος, ο Φραγκούλης και ο Βούλγαρης όπως είπαμε πρόθυμα υπογράφουν. Ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης μένουν ακίνητοι. Αυτοί δεν υπογράφουν.
-“Πιάστε τους και φέρτε τους δια της βίας να υπογράψουν!” κραυγάζει έξαλλος ο Σχινάς.
Τρέχουν οι κλητήρες και οι χωροφύλακες να πιάσουν τους δύο επαναστάτες δικαστές οι οποίοι δεν είναι εύκολη λεία. Αντιστέκονται, αμύνονται, οχυρώνονται πίσω από τραπέζια, ανταποδίδουν τα κτυπήματα, αρπάζουν τις καρέκλες και τις εκσφενδονίζουν στους διώχτες τους, αλλά στο τέλος κάμπτονται. Οι χωροφύλακες πιάνουν πρώτο τον Πολυζωίδη, τον οριζοντιώνουν τον πάνε στην έδρα, του πιάνουν το χέρι και βάζουν μια υπογραφή καρικατούρα. Τα ίδια κάνουν και με τον Τερτσέτη. Την απόφαση διάβασε ο Σούτσος, ενώ ο Πολυζωίδης κρατούσε το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του.
Όπως λέει ο ιστορικός της εποχής, η ηρωική στάση των δύο δικαστών “στόμωσε το λεπίδι του δημίου” και η καθολική διαμαρτυρία του αποφασισμένου για όλα Ελληνικού Λαού απέτρεψε το ανοσιούργημα, αφού λίγες ώρες αργότερα η βαυαρική αντιβασιλεία υποχρεώθηκε να μετατρέψει την θανατική ποινή σε κάθειρξη.
Δαρμένοι, γδαρμένοι, αποκαμωμένοι, κατασκοτωμένοι, καταματωμένοι, στηριζόμενοι από τοίχο σε τοίχο, τρικλίζοντας από τα φιλοδωρήματα του Μάσσον, του Σχινά και των λεγεωνάριων τους – έχει πια σκοτεινιάσει – φτάνουν οι δύο πανάξιοι λειτουργοί της θέμιδος, στην κλειστή πόρτα του Δικαστηρίου. Με μεγάλο κόπο την ανοίγουν και σιωπηλοί προχωρούν στον έρημο κατασκότεινο δρόμο. Ξαφνικά ο δρόμος γεμίζει από κόσμο. Που βρέθηκε αυτός ο κόσμος; Νέοι, γέροι, γριές, παιδιά, αγωνιστές με λαβωματιές στα κορμιά τους φράζουν το δρόμο. Γονατίζουν μπροστά τους. Ένας, ένας πλησιάζει τους αγκαλιάζει, τους φιλά τους καταφιλά και φεύγει. Οι δύο ήρωες, τα δυο διαμάντια αυτά της ελληνικής Δικαιοσύνης στέκουν ασάλευτοι μη μπορώντας να πιστέψουν σ’ αυτά που βλέπουν. Τελευταίος πλησιάζει ο σαρανταπληγιασμένος Νικήτας. Ο γενναίος, ο ανίκητος Νικήτας. Τους φιλά κι αυτός, τους αγκαλιάζει, τους κοιτάζει βαθιά στα μάτια: “Απόψε μου κλέψατε τη Δόξα στα Δερβενάκια” τους λέει και κλαίει.
24 Σεπτεμβρίου 1834: “Η Δίκη των Δικαστών”
Δεν μπορούσαν να χωνέψουν το ντρόπιασμά τους οι ξένοι. Δεν μπορούσαν να ανεχθούν τέτοιο πρωτάκουστο ρεζιλίκι. Όλα κανονισμένα, όλα ρυθμισμένα μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια και να βρεθούν αυτοί οι δύο ηλίθιοι δικαστές να σηκώσουν κεφάλι και να τους χαλάσουν τα σχέδια. Έπρεπε να τιμωρηθούν. Δεν τους το συγχωρούν λοιπόν κι έτσι, στις 24 Σεπτεμβρίου 1834, στο ίδιο πάλι δικαστήριο, προσάγονται κατηγορούμενοι αυτή τη φορά, οι δύο λεβέντες δικαστές: Ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης.
Κατήγορος: Ποιος άλλος ο Μάσσον το μπαμπαρέζικο σκυλί.
Κατηγορία: Άρνησης Υπηρεσίας. Οι καιροί όμως έχουν αλλάξει.
Ανάβει ο Τερτσέτης: “Ποιος είσαι εσύ που παίζεις με ημάς εις την γη της γεννήσεώς μας;”
Αλήθεια ποιος ήταν ο Μάσσον; Όρθιο το ακροατήριο χειροκροτεί και επευφημεί τους κατηγορουμένους.
Το αντικατηγορώ του Πολυζωίδη
Η απολογία του Έλληνα δικαστή μετατράπηκε σε ένα βαρύ κατηγορητήριο εναντίον των κατοχικών δυνάμεων εκείνης της εποχής. Ο πατριωτικός λόγος του Πολυζωίδη μένει μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά ντοκουμέντα για το πώς οι ξένες δυνάμεις κατέλαβαν την Ελλάδα χωρίς να αφήσουν ούτε στιγμή τους Έλληνες να ζήσουν ως ανεξάρτητο κράτος.
Σε μαχητικό τόνο ο δικαζόμενος δικαστής Πολυζωίδης διακήρυξε ότι δεν είχαν υπογράψει τη θανατική καταδίκη Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, διότι εκτός από το νόμο τους εμπόδιζε και ένα άλλο αίτιο κατά πολύ ανώτερο:
«Ο Εθνισμός μας!… Ο Εθνισμός μας, ω Επίτροπε, είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων φονευθέντων εις τον αγώνα. Και δεν ήταν θέλημα Θεού ημείς, εις την 26 Μαΐου, να φθάσομεν εις τόσην αναισθησίαν, ώστε να εξαλείψει την λατρείαν του εθνισμού από τα σπλάχνα μας η επωμίδα του Υπουργού. Το έργον εκείνης της ημέρας ήταν το νομιμότατον σχόλιον της επαναστάσεως και η ωραιότατη ημέρα της βασιλείας. Τι ήταν η επανάστασίς μας; Ήταν άλλο παρά μια ορμή προς τον πολιτισμό, πόθος να χαρούμεν τους καρπούς του; Και τι άλλο ήταν η υπογραφή μας;»
Από το εδώλιό τους ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης με την απολογία τους έδωσαν υψηλό δίδαγμα προς εκείνους που καυχιόνταν ότι είχαν έλθει να μας φέρουν τον ανώτερο πολιτισμό τους και αντ’ αυτού μας έδιναν αναίσχυντα μαθήματα βιασμού της δικαιοσύνης.
Η μαχητική αυτή απολογία ή μάλλον το Αντικατηγορώ του Τερτσέτη και του Πολυζωίδη, επηρέασε αποφασιστικά το δικαστήριο που στάθηκε κι αυτό στο ύψος της αποστολής του και αθώωσε πανηγυρικά τους δυο κατηγορούμενους. Πρόεδρος ήταν ο Σωμάκης και μέλη οι Βάλβης, Κανούσης, Λεονταρίδης και Κριεζής.
Η δικαιοσύνη, η Ελληνική δικαιοσύνη επιτέλους θριάμβευε!!


