20.04.1914: Η σφαγή του Λάντλοου και η εν ψυχρώ δολοφονία του Έλληνα μετανάστη και συνδικαλιστή Λούη Τίκα (Ηλία Σπαντιδάκη).

Ο κρητικός Λούης Τίκας που έγινε ηγέτης των ανθρακωρύχων στο Κολοράντο και ήρθε αντιμέτωπος με τους παραστρατιωτικούς των Ροκφέλερ. Η απεργία στα ορυχεία που κατέληξε σε αιματοχυσία…

23 Σεπτεμβρίου 1913. Ο Τζων Λώσον, αντιπρόσωπος του Σωματείου των ανθρακωρύχων, μαζί με τον ηγέτη των εργατών Λούη Τίκα από την Κρήτη, ανακοινώνουν τα αιτήματα τους στην Εταιρία Καυσίμων του Κολοράντο. Τα αιτήματα για δίκαιη μεταχείριση απορρίπτονται αμέσως. Η μεγάλη απεργία στην πόλη Λάντλοου , όπου υπήρχαν 13.000 ανθρακωρύχοι ξεκινά, με αποκορύφωμα τη σφαγή στις 20 Απριλίου 1914, που έμεινε στην ιστορία ως η «Σφαγή του Λάντλοου». 

Τα κυριότερα αιτήματα των απεργών του Λάντλοου ήταν τα παρακάτω: Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι. Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρίας. Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους. Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία. Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά την ασφάλεια των ορυχείων, να καταργηθεί το script, όπως και το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Οι ψεύτικες ευκαιρίες και οι πράκτορες

Οι ανθρακωρύχοι στα ορυχεία των ΗΠΑ ήταν κυρίως μετανάστες. Αρχικά από την Κορνουάλη, την Ουαλία και την Αγγλία. Μετά τον 20ο αιώνα, κυρίως Ιταλοί, Σέρβοι, Έλληνες και Αφροαμερικανοί. Ειδικά στο Κολοράντο, το 70% των ανθρακωρύχων ήταν μετανάστες. Μεταξύ του 1891 και του 1910 έφτασαν στις ΗΠΑ 183.000 Έλληνες. Συνήθως πληρώνοντας έναν «προστάτη» που τους υποσχόταν δουλειά και τους κάλυπτε τα εισιτήρια, τα οποία με τη σειρά τους έπρεπε να του τα ξεπληρώσουν….

 

Την εργασία στα ανθρακωρυχεία του Κολοράντο την διαφήμιζαν ως μια δουλειά με μέλλον και ευκαιρίες. Χιλιάδες μετανάστες έφτασαν εκεί κυνηγώντας το όνειρο. Πιστεύοντας ότι τους περιμένουν για να εργαστούν όπως τους είχαν υποσχεθεί οι πράκτορες. Στην ουσία επρόκειτο για μικρά παραπήγματα στη μέση του πουθενά, όπου θα δούλευαν σε άθλιες συνθήκες για μήνες ή για χρόνια, αν ήταν τυχεροί και δεν τραυματιζόντουσαν ή έχαναν τη ζωή τους σε κάποιο εργατικό ατύχημα….

Οι πράκτορες εργασίας δεν περιγράφονται ως ιδιαίτερα τίμιοι. Έδιναν ένα ραβασάκι που έγραφε τα στοιχεία του εργοδηγού και το σημείο όπου έπρεπε άμεσα να παρουσιαστούν για εργασία. Τους έπαιρναν ότι λεφτά είχαν και τους έβαζαν στο τρένο για το Κολοράντο. Εκεί πολλές φορές τους έλεγαν ότι δεν υπάρχει δουλειά. Έμεναν χωρίς χρήματα, στη μέση του πουθενά. Στην καλή περίπτωση που ο πράκτορας δεν τους είχε κοροϊδέψει, έπρεπε να του δίνουν ποσοστό από τον μισθό τους, αλλιώς μεσολαβούσε για να τους απολύσουν.  

Η εταιρία ήταν ο νόμος 

Η καθημερινότητα του ανθρακωρύχου ήταν σκληρή και απαιτητική. Μπορεί να υπήρχε μεγάλη ζήτηση, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια τρομερά δύσκολη και επικίνδυνη δουλειά. Ένας από τους βασικότερους λόγους που οδήγησαν στην απεργία ήταν η σκλαβιά της εταιρίας.

Η Εταιρία Καυσίμων του Κολοράντο, επέβαλε τις «Εταιρικές πόλεις». Με δικούς τους γιατρούς, σχολεία ακόμα και μπακάλικα. Ήταν τόσο απομονωμένα τα μέρη όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να έχουν πρόσβαση μόνο σε όσα τους διέθεταν. Κατασκεύαζαν ακόμα και τα σπίτια των εργατών. Τους πλήρωναν με εταιρικό νόμισμα αντί για δολάρια για να μπορούν να τα ξοδέψουν μόνο στα δικά τους καταστήματα. Δεν μπορούσαν να ψωνίσουν από αλλού γιατί τα χρήματα τους δεν είχαν ισχύ. Το κράτος δεν απαντούσε στην παρανομία. Η εταιρία ήταν ο νόμος.

Οι εργάτες ήταν σε διαρκή κίνδυνο και κανείς δεν έλεγχε τις συνθήκες ασφαλείας. Αν ένας ανθρακωρύχος πέθαινε από κάποιο εργατικό ατύχημα, έλεγαν ότι ήταν δικό του το φταίξιμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι μετά από μια έκρηξη, το αφεντικό ρωτούσε «πόσα μουλάρια σκοτώθηκαν» επειδή αυτά έπρεπε να αγοραστούν ξανά, όπως και ο εξοπλισμός, ενώ ο εργάτης που έχανε τη ζωή του δίπλα στο μουλάρι ήταν αναλώσιμος. Εργατικά ατυχήματα συνέβαιναν συχνά. Πολλές φορές άφηναν την άψυχη σορό έξω από την είσοδο του ανθρακωρυχείου και δεν ειδοποιούσαν καν την οικογένεια του θύματος για να μη σταματήσει η βάρδια.

Οι Ροκφέλερ

Η Εταιρία Καυσίμων και Σιδήρου την περίοδο της σφαγής άλλαζε χέρια. Ο Ροκφέλερ ο πρεσβύτερος έδινε τη θέση του στον Ροκφέλερ τον νεώτερο. Ήταν τόσο απασχολημένοι με το θέμα της διαδοχής ώστε δεν έδιναν τόση σημασία στα όσα γίνονταν στο Κολοράντο. Οι άνθρωποι που είχαν ορίσει ως επικεφαλής, όπως ο έμπιστος του Ροκφέλερ του πρεσβύτερου Μοντγκόμερι Μπάουερς, ήταν προκατειλημμένοι απέναντι στα σωματεία. Και οι δυο αντιπαθούσαν τους μετανάστες και απεχθάνονταν τις συνδικαλιστικές σκοτούρες. Θεωρούσαν ότι τα σωματεία έπρεπε να συντριβούν. Τον Ροκφέλερ τον περιγράφουν ως έναν σκληρό άνδρα που ήταν κάθετα αντίθετος στο εργατικό κίνημα.

Το σωματείο

Σωματείο δεν σήμαινε μόνο ότι κάποιοι εργάτες είχαν κοινή δράση. Είχαν βαθύτερους δεσμούς μεταξύ τους. Πάλευαν ο ένας για τον άλλο. Στον κόσμο των επιχειρήσεων δεν ήταν αναγνωρισμένα. Αποτελούσαν γκρίζα ζώνη επειδή δεν ήταν ούτε νόμιμα, ούτε παράνομα. Έπρεπε να δοθεί σκληρή μάχη ώστε το σωματείο να μπορέσει να απαιτήσει μέτρα ασφαλείας και δικαιώματα. 

Εκείνη την περίοδο υπήρχε έχθρα κατά των μεταναστών και των μαύρων. Όμως όλα τα μέλη κατάλαβαν ότι για να διατηρηθεί η ένωση δεν θα έπρεπε να εξαιρέσουν καμία ομάδα εργατών, κυρίως με τον φόβο ότι όσοι έμεναν εκτός ήταν εν δυνάμει απεργοσπάστες. Ο Τζον Λώσον ήταν ο υπεύθυνος του σωματείου στο Κολοράντο. Στο πλάι του είχε μια ηγετική φυσιογνωμία, τον Λούη Τίκα ή Ηλία Σπαντιδάκη, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα. Ήταν ένας Έλληνας που πήγε στο Κολοράντο για να εργαστεί στα ορυχεία και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην έκβαση της ιστορίας. Όχι μόνο δούλεψε δίπλα στον Λώσον για τα αιτήματα των απεργών, αλλά ήταν μετανάστης και ο ίδιος. Ήταν ένας από αυτούς. Μπορούσε να μιλήσει για λογαριασμό τους γιατί γνώριζε τι περνούσαν.

Λούης Τίκας

Ο Τίκας γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1880 στη Λούτρα της Κρήτης, κοντά στο Ρέθυμνο. Είχε ένα καφενείο στο Ντένβερ του Κολοράντο. Το μαγαζί του ήταν το στέκι των Ελλήνων. Εκεί πήγαιναν τα γράμματα από την πατρίδα και εκεί, ο Τίκας που εγκλιματίστηκε γρήγορα, έμαθε καλά τη γλώσσα και καταλάβαινε καλύτερα τους αμερικανικούς νόμους, βοηθούσε οποίον είχε ανάγκη, ώστε να μπορέσει να προσαρμοστεί στις ΗΠΑ. Ο κόσμος πήγαινε στο Λούη για κάθε είδους ζητήματα. Από μια μετάφραση, μέχρι που έγραφε και τα ερωτικά γράμματα φίλων του που δεν ήξεραν καλά τη γλώσσα….

Πως άλλαξε η ζωή του

Το 1912 οι εργοδότες είχαν φέρει κάποιους Έλληνες, που όμως τους είχαν σαν δούλους και αυτοί δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ο Τίκας δέχτηκε ένα μήνυμα από τους συμπατριώτες του οι οποίοι ήταν απελπισμένοι. Τα παράτησε όλα και πήγε στα ορυχεία, δούλεψε με τους υπόλοιπους και σε λίγες μέρες πήρε όλους τους Έλληνες και τους πήγε στα γραφεία του σωματείου ανθρακωρύχων όπου τους έγραψε ως μέλη. Ο ίδιος αυτομάτως ανέλαβε ρόλο οργανωτή και διερμηνέα. Φαίνεται ότι είχε ευρεία επιρροή στον καταυλισμό του Λάντλοου. Πάνω από 1.200 άνθρωποι 12 εθνικοτήτων είχαν αποδεχτεί την παρουσία και το ρόλο του Τίκα.

Ο εκφοβισμός των απεργών

Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία για να την καταπνίξει προέβη σε έξωση των απεργών από τα οικήματα στα οποία τους στέγαζε και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές στην περιοχή σε στρατηγικό σημείο, ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία. 

Ο μεγαλύτερος καταυλισμός ήταν στημένος στο Λάντλοου. Κοντά στις 200 σκηνές με 1.000 περίπου άτομα. Άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι ιδιοκτήτες των ορυχείων προσέλαβαν φρουρούς για να παρενοχλούν τους απεργούς, να τους αναγκάζουν να ζουν μέσα στο φόβο. Έντυσαν ένα παλιό αυτοκίνητο με ατσάλι και το μετέτρεψαν σε τεθωρακισμένο. Οι απεργοί το αποκαλούσαν το «Εξπρές του Θανάτου». Είχε μπροστά έναν προβολέα και πίσω ένα οπλοπολυβόλο. Το οδηγούσαν τις νύχτες ρίχνοντας φως στις σκηνές.

(Το εξπρές του θανάτου)

Η Εταιρία έφερε ακόμα και μια υπηρεσία ιδιωτικών φρουρών, τους Μπαλντγουιν-Φελτς οι οποίοι στην ουσία ήταν πληρωμένοι μπράβοι. Ο κυβερνήτης της Πολιτείας φώναξε την Εθνοφρουρά για να κρατήσει θεωρητικά την τάξη μεταξύ των απεργών και των μπράβων. Επικεφαλής ήταν ο στρατηγός Τζον Τσέης, ο οποίος δεν συμπαθούσε τους ανθρακωρύχους και τους μετανάστες….

Ο χειμώνας που ήρθε ήταν βαρύς. Ορισμένοι απεργοί όπως ο Τίκας φυλακίστηκαν για δυο εβδομάδες στην παγωμένη φυλακή του Τρίνινταντ. Η βία ήταν έκρυθμη μεταξύ Οκτωβρίου και Μαρτίου 1914, μέχρι που έγιναν και ειδικές ακροάσεις στο Κογκρέσο. Το θέμα είχε γίνει πρωτοσέλιδο στους New York Times. Στις ακροάσεις αποφασίστηκε να διαλυθεί η εθνοφρουρά αλλά να παραμείνουν δυο μονάδες για να καλύπτουν το Λάντλοου και το Τρίνινταντ. Ειδικά η δεύτερη μονάδα με διοικητή τον Καρλ Λίντερσφιλντ απαρτιζόταν από ιδιαίτερα σκληρούς μισθοφόρους. Ήταν ρατσιστές με ιδιαίτερο μένος στους μετανάστες ενώ ο Λιντερφελντ μισούσε τον Τίκα.

Το Πάσχα πριν τη μεγάλη σφαγή

Η άνοιξη είχε φτάσει και οι καθολικοί του καταυλισμού γιόρτασαν το Πάσχα τους. Οι Έλληνες όμως ήταν αποφασισμένοι να κάνουν ένα μεγάλο πατροπαράδοτο γλέντι. Έψησαν αρνιά, χόρεψαν, διασκέδασαν με την ψυχή τους. Πείραζαν και τους στρατιώτες που τους κοιτούσαν από τους λόφους. Εκείνοι τους απάντησαν: » Θα σας δείξουμε εμείς τι θα πει Θάνατος και Ανάσταση». Προς το τέλος της ημέρας ήρθαν μεθυσμένοι εθνοφρουροί και είπαν: «Διασκεδάσατε εσείς σήμερα και εμείς θα ψήσουμε αύριο»

Ήταν φανερό ότι στις 20 Απριλίου 1914 η εθνοφρουρά θα εισέβαλε και θα εκκένωνε τον καταυλισμό των απεργών. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και οι περισσότεροι κοιμούνταν αφού την προηγούμενη γιόρτασαν το ελληνικό Πάσχα.

 

 

Η εκτέλεση του Τίκα

Το πρωί της 20ης Απριλίου 1914 οι εθνοφρουροί άνοιξαν πυρ και όσοι απεργοί ήταν οπλισμένοι ανταπέδωσαν. Το Κολοράντο αποτελούσε μέρος της Άγριας Δύσης. Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ ένα αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του.

Η μάχη κράτησε ώρες και αργά το απόγευμα ζήτησε να δει τον Λούη Τίκα ο επικεφαλής της Εθνοφρουράς υπολοχαγός Λίντερφελντ.  Ο Τίκας αρνήθηκε στην αρχή, όμως  έπειτα εμφανίστηκε κρατώντας λευκή σημαία. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο. Μίλησαν για λίγο, έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα. Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα….

 

Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.

(Η κηδεία των θυμάτων)

Ο πόλεμος των 10 ημερών

Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα απ’ άκρου εις άκρον των ΗΠΑ. Οπλισμένοι εργάτες από παρακείμενα ανθρακωρυχεία κινήθηκαν εναντίον της εθνοφρουράς του Κολοράντο, πολλοί άνδρες της οποίας αρνήθηκαν να χτυπήσουν τους απεργούς. Ομάδες απεργών δυναμίτισαν ανθρακωρυχεία και κατέλαβαν πόλεις του Κολοράντο. Στο Κογκρέσο, ο σοσιαλιστής βουλευτής του Ουισκόνσιν Βίκτωρ Μπέργκερ ζήτησε απ’ τους εργαζομένους να πάρουν τα όπλα για να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους.

Η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου. Έπειτα από 10 μέρες συγκρούσεων, ο κυβερνήτης του Κολοράντο, Ιλάιας Άμονς, ζήτησε την συνδρομή του Προέδρου Γούντροου Ουίλσον. Ο ομοσπονδιακός στρατός που εστάλη στην περιοχή αφόπλισε τους απεργούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στα ανθρακωρυχεία χωρίς να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους. Μάλιστα, η εργοδοσία προχώρησε σε εκτεταμένες απολύσεις, αντικαθιστώντας τους απεργούς με μη συνδικαλισμένους εργάτες. 

Πρόκειται για μια τραγωδία που πολλοί προσπάθησαν να ξεχαστεί.   Το χρονικό δεν γράφτηκε ποτέ και δεν περιλαμβάνεται στα βιβλία της αμερικανικής ιστορίας. Και είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο Γούντυ Γκάθρυ έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre». Το τραγούδι ακουγόταν συχνά στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60. 

 

Πλέον, στο χώρο της σφαγής, στην περιοχή Τρίνινταντ, έχει στηθεί μνημείο από γρανίτη στη μνήμη των θυμάτωνΕκεί υπάρχει και ο τάφος του γενναίου Λούη Τίκα.

Για τη δολοφονία του Τίκα και τις επιθέσεις στους απεργούς και τις οικογένειές τους, που στοίχισαν τη ζωή σε 66 ανθρώπους, ηλικίας από 2,5 έως 45 ετών, δεν τιμωρήθηκε ποτέ κανείς. Ο Λίντερφελντ δέχτηκε μόνο μια απλή επίπληξη….

Στήνουν ανδριάντα στις ΗΠΑ προς τιμήν του Κρητικού ήρωα-συνδικαλιστή Λούη Τίκα | iefimerida.gr 1

Ο Έλληνας ανθρακωρύχος Λούης Τίκας επέστρεψε στο Τρινιντάντ του Κολοράντο

 

Διαβάστε επίσης