12 Απριλίου 1204: Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους.

Η πολιορκία και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης σημειώθηκαν τον Απρίλιο του 1204 και σημάδεψαν την κορύφωση της Τέταρτης Σταυροφορίας. Οι Σταυροφόροι, με επικεφαλής τον Ερρίκο Δάνδολο, τον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό και τον Βαλδουίνο της Φλάνδρας, κατέλαβαν, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τμήματα της Κωνσταντινούπολης, της πρωτεύουσας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Μετά την Άλωση της Πόλης ιδρύθηκε η Λατινική Αυτοκρατορία (γνωστή στους Βυζαντινούς ως Φραγκοκρατία ή Λατινική Κατοχή) και ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας στέφθηκε Αυτοκράτορας ως Βαλδουίνος Α΄ της Κωνσταντινούπολης στην Αγία Σοφία.

Μετά την λεηλασία της πόλης, τα περισσότερα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μοιράστηκαν μεταξύ των Σταυροφόρων. Κάποιοι Βυζαντινοί αριστοκράτες ίδρυσαν επίσης μια σειρά από μικρά ανεξάρτητα κράτη, μεταξύ των οποίων η Αυτοκρατορία της Νίκαιας, η οποία και ανακατέλαβε τελικά την Κωνσταντινούπολη το 1261 και ανακήρυξε την αποκατάσταση της Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, η αποκατασταθείσα Αυτοκρατορία δεν κατόρθωσε ποτέ να ανακτήσει την παλαιότερη εδαφική ή οικονομική της ισχύ και τελικά υπέκυψε στο ανερχόμενο Οθωμανικό Σουλτανάτο στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης του 1453.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης του 1204 συνιστά σημαντική καμπή στη μεσαιωνική ιστορία. Η απόφαση των Σταυροφόρων να επιτεθούν στην μεγαλύτερη χριστιανική πόλη στον κόσμο ήταν πρωτοφανής και αμφιλεγόμενη. Οι αναφορές των λεηλασιών και της βαρβαρότητας των Σταυροφόρων σκανδάλισαν και τρομοκράτησαν τον Ορθόδοξο κόσμο. Οι σχέσεις μεταξύ Καθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας επλήγησαν καταστροφικά για πολλούς αιώνες και δεν αποκαταστάθηκαν ουσιαστικά ως την σύγχρονη εποχή. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έμεινε πολύ φτωχότερη, μικρότερη και τελικά λιγότερο ικανή να ανατρέψει τον εκτουρκισμό της Μικρασιατικής ενδοχώρας. Οι ενέργειες των Σταυροφόρων επιτάχυναν άμεσα την κατάρρευση της χριστιανοσύνης στα ανατολικά και μακροπρόθεσμα διευκόλυναν την επέκταση του Ισλάμ στην Ευρώπη.

PriseDeConstantinople1204PalmaLeJeune.JPG

(Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 1204, από τον Ιάκωβο Πάλμα)

Η Άλωση

Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης είχε ξεκινήσει από το Μάρτιο, όμως στις 12 Απριλίου 1204, καθώς ο καιρός βελτιώθηκε, οι συνθήκες τελικά ευνόησαν τους Σταυροφόρους και διατάχθηκε δεύτερη επίθεση στην Πόλη. Ισχυρός βόρειος άνεμος βοήθησε τα Ενετικά πλοία που βρίσκονταν κοντά στον Κεράτιο να πλησιάσουν το τείχος της πόλης, γεγονός που επέτρεψε στους επιτιθέμενους να καταλάβουν μερικούς από τους πύργους κατά μήκος του τείχους.

Μετά από σύντομη μάχη, περίπου 70 Σταυροφόροι κατάφεραν να εισέλθουν στην πόλη. Κάποιοι κατάφεραν να ανοίξουν τρύπες στην οχύρωση, αρκετά μεγάλες για να διέλθουν λίγοι ιππότες. Οι Βενετοί πέτυχαν επίσης να αναρριχηθούν στα τείχη από τη θάλασσα, παρότι υπήρξαν εξαιρετικά αιματηρές μάχες με τους μισθοφόρους Βαράγγους.

Οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την περιοχή της Βλαχέρνας στα βορειοδυτικά της Πόλης και το χρησιμοποίησαν ως βάση για να επιτεθούν στην υπόλοιπη πόλη, αλλά στην προσπάθειά τους να αμυνθούν με τείχος πυρός, κατέληγαν να κατακαίνε ακόμη περισσότερο την Πόλη. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Ε΄ έφυγε από την πόλη εκείνο το βράδυ μέσω της Πύλης Πολυανδρίου και δραπέτευσε στην ύπαιθρο στα δυτικά, παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο.

Λεηλασίες

Οι Σταυροφόροι λεηλάτησαν, τρομοκράτησαν και βανδάλισαν την Κωνσταντινούπολη για τρεις ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων εκλάπησαν ή καταστράφηκαν πολλά αρχαία και μεσαιωνικά ρωμαϊκά και ελληνικά έργα. Τα περίφημα χάλκινα άλογα του Ιπποδρόμου στάλθηκαν για να διακοσμήσουν την πρόσοψη της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, όπου παραμένουν ως σήμερα.

(Τα αυθεντικά άλογα του Αγίου Μάρκου που εκτίθενται εντός της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου στην Βενετία. Αντίγραφα κοσμούν την πρόσοψή του)

Εκτός από τις κλοπές, έργα ανυπολόγιστης καλλιτεχνικής αξίας καταστράφηκαν μόνο και μόνο λόγω της υλικής τους αξίας. Ένα από τα πιο πολύτιμα έργα που καταστράφηκαν ήταν ένα μεγάλο χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή, το οποίο δημιούργησε ο θρυλικός Λύσιππος, γλύπτης της αυλής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όπως και πολλά άλλα μπρούτζινα ανεκτίμητα έργα τέχνης, το άγαλμα λιώθηκε για το υλικό του.

Οι Σταυροφόροι παραβίασαν συστηματικά τους ιερούς ναούς της Πόλης, καταστρέφοντας ή κλέβοντας ό,τι μπορούσαν να βάλουν στα χέρια τους. Δεν σώθηκε τίποτα, ούτε καν οι τάφοι των Αυτοκρατόρων στον ναό των Αγίων Αποστόλων.

Ο άμαχος πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης υπέστη την αδίστακτη επιθυμία των Σταυροφόρων για λάφυρα και δόξα. Χιλιάδες δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ. Γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων μοναχών, βιάστηκαν από τον στρατό των Σταυροφόρων, ο οποίος επίσης λεηλάτησε εκκλησίες, ανδρικά και γυναικεία μοναστήρια.

Ακόμη και οι βωμοί, οι άγιες τράπεζες των εκκλησιών αυτών θρυμματίστηκαν και σπάσανε σε κομμάτια για να πάρουν οι πολεμιστές τον χρυσό και το μάρμαρό τους. Αν και οι Ενετοί έκαναν λεηλασίες, οι πράξεις τους ήταν πολύ πιο συγκρατημένες. Ο Δάνδολος φαινόταν να ελέγχει πολύ καλύτερα τους άντρες του. Αντί να καταστρέφουν απροβλημάτιστα τριγύρω τους όπως οι σύντροφοί τους, οι Ενετοί έκλεβαν θρησκευτικά κειμήλια και έργα τέχνης, τα οποία μετέφεραν στη Βενετία για να κοσμήσουν τις δικές τους εκκλησίες.

Ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, αυτόπτης μάρτυρας της λεηλασίας της Κωνσταντινουπόλεως από τους σταυροφόρους το 1204, περιγράφει λεπτομερώς την καταστροφή και τις αρπαγές των θησαυρών της Βασιλεύουσας: ..Έβλεπε κανείς όχι μόνον τις ιερές εικόνες του Χριστού να θραύονται με αξίνες και να ρίπτονται στο χώμα και τα στολίδια τους να αποσπώνται χωρίς φειδώ και προσοχή και να ρίχνονται στη φωτιά, αλλά και τα σεπτά και πανάγια σκεύη να αρπάζονται με θράσος από τους ναούς, να ρίχνονται στη φωτιά και να παρέχονται στα εχθρικά στρατεύματα ως απλός άργυρος και χρυσός”

Λέγεται ότι το συνολικό ποσό που λεηλατήθηκε από την Κωνσταντινούπολη αποτιμάται σε περίπου 900.000 ασημένια μάρκα ή 600.000 λίρες. Οι Ενετοί έλαβαν ως μερίδιο 150.000 ασημένια μάρκα και οι λοιποί Σταυροφόροι 50.000. Περαιτέρω 100.000 ασημένια μάρκα μοιράστηκαν ισομερώς μεταξύ των Σταυροφόρων και των Ενετών. Τα υπόλοιπα 500.000 ασημένια μάρκα κρατήθηκαν κρυφά από πολλούς ιππότες Σταυροφόρους.

 

Η Τέταρτη Σταυροφορία, μόνο κατ’ όνομα υπήρξε. Σχεδόν κανένας από τους λατίνους μαχητές δεν πάτησε το πόδι του στους Αγίους Τόπους, παρά μόνο διοχέτευσαν όλη τους την ενέργεια στην καταστροφή του Βυζαντίου. Η κληρονομιά που άφησε πίσω της η Τέταρτη Σταυροφορίας είναι η ολοκλήρωση του Σχίσματος μεταξύ Καθολικής Δύσης και Ορθόδοξης Ανατολής και ο τεμαχισμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε λατινικά (Πριγκιπάτο της Αχαΐας, Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, Βασίλειο των Αθηνών, Βασίλειο του Αιγαίου, Ηγεμονία της Κωνσταντινούπολης) και ελληνικά κρατίδια (Δεσποτάτο της Ηπείρου, Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, Αυτοκρατορία της Νικαίας).

Από τότε και μετά, το Βυζάντιο ποτέ δεν μπόρεσε να ξανασταθεί στα πόδια του. Η καταστροφή, που υπέστη στα 1204 από τους Φράγκους σταυροφόρους, ήταν τόσο μεγάλη που στην κυριολεξία την παρέλυσε εντελώς. Έτσι λοιπόν, όταν οι Τούρκοι το 1453 φτάνουν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και την πολιορκούν, δεν βρίσκονται πλέον απέναντι σε μια πανίσχυρη αυτοκρατορία, αλλά μπροστά σε μια Πόλη αδύναμη και απομονωμένη.

Οκτακόσια χρόνια αργότερα, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ εξέφρασε τη λύπη του για τις ωμότητες των Σταυροφόρων, οι οποίοι «εστράφησαν εναντίον των εν Χριστώ αδελφών μας», όπως ανέφερε το 2001 σε επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Ανάλογη ήταν και η συγγνώμη του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α’, κατά τη συνάντησή τους στο Βατικανό το 2004.

Διαβάστε επίσης