
Ο Κολοκοτρώνης έπαιρνε το κεφάλι στους προδότες. Ο Γέρος του Μοριά είχε προειδοποιήσει ότι δεν θα δείξει έλεος σε κανένα Τουρκοπροσκυνημένο. Τις προειδοποιήσεις του αυτές, τις κατέγραφε σε επιστολές, για να είναι σίγουρος ότι θα φτάσουν παντού….
Ο Νενέκος ήταν ο άνθρωπος που έκανε τον Κολοκοτρώνη να απειλήσει με «τσεκούρι και φωτιά» τους προσκυνημένους. Το όνομα του έμεινε στην ιστορία ως συνώνυμο της προδοσίας, της δουλοπρέπειας και της υποταγής.
Από το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης ενάντια στον Οθωμανικό ζυγό μέχρι και τη νικηφόρα κατάληξή της, υπήρχαν αρκετές φορές που η συνοχή των εξεγερμένων δοκιμάστηκε και ο σκοπός μπήκε σε μεγάλο κίνδυνο.
Μια από αυτές τις φορές σημαδεύτηκε από δυο πρόσωπα. Το ένα ήταν ο Γέρος του Μοριά, ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το άλλο ήταν ο Δημήτρης Νενέκος ένας από τους οπλαρχηγούς του απελευθερωτικού αγώνα που κατέληξε να μείνει στην ιστορία ως συνώνυμο της προδοσίας, της δουλοπρέπειας και της υποταγής.
Ο Νενέκος πάνω στη φωτιά της μάχης επέλεξε να αλλάξει στρατόπεδο, να θέσει σε κίνδυνο την πορεία της επανάστασης και ανάγκασε τον Κολοκοτρώνη να λάβει σκληρά μέτρα και να προειδοποιήσει πως για τους προσκυνημένους υπάρχει μόνο το τσεκούρι και η φωτιά.
Ποιος ήταν ο οπλαρχηγός Δημήτρης Νενέκος
Ο Δημήτρης Νενέκος στα πρώτα χρόνια της επανάστασης του 1821 ήταν ένας από τους πιο γνωστούς και ικανούς οπλαρχηγούς στην ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας. Ο αρβανίτικης καταγωγής στρατιωτικός ήταν πολύ ικανός αλλά είχε και ένα μεγάλο ελάττωμα. Ήταν τρομερά φιλόδοξος και δεν δίσταζε να πατήσει επί πτωμάτων (στην περίπτωσή του αυτό ισχύει κυριολεκτικά) προκειμένου να ανελιχθεί στην ιεραρχία.
Ο Νενέκος υπαγόταν στρατιωτικά στον προεστό Θάνο Κανακάρη αλλά και στον μετέπειτα πρωθυπουργό της χώρας Βενιζέλο Ρούφο. Μαζί με τον Νενέκο οπλαρχηγοί ήταν ο Σπανοκυριάκος και ο Σαγιάς. Ο Νενέκος προκειμένου να γίνει ο πρωτοκαπετάνιος του Ρούφου, όπως λέγεται, τους δολοφόνησε και τους δυο.

Από εκεί και πέρα η πορεία του Νενέκου ήταν εντυπωσιακή. Επέδειξε μεγάλος θάρρος και γενναιότητα πολεμώντας στο πλευρό σπουδαίων πολεμιστών του αγώνα όπως ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Ιωάννης- Γενναίος Κολοκοτρώνης (ο γιος του Γέρου του Μοριά), ο Ανδρέας Ζαΐμης και ο Ανδρέας Λόντος.
Ο Νενέκος πήρε μέρος και είχε πρωταγωνιστικό ρόλο σε μερικές από τις πιο εμβληματικές μάχες της ελληνικής επανάστασης, όπως στη πολιορκία των Πατρών αλλά και στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Η φήμη του διαρκώς μεγάλωνε και οι χωρικοί έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν γενναίο πολεμιστή που μπορεί να τους υπερασπιστεί. Κάποια στιγμή, μάλιστα, ο Νενέκος έφτασε να έχει υπό τις διαταγές του περίπου 2.000 άνδρες. Προφανώς αυτό τον έκανε να νιώθει ατρόμητος αλλά όντας τρομερά φιλόδοξος, όπως ήδη έχει αναφερθεί, δεν του αρκούσαν αυτά που ήδη είχε και έτσι δεν άργησε η στιγμή που θα άλλαζε στρατόπεδο προκειμένου να τα αποκτήσει.
Η προδοσία και η οργή του Κολοκοτρώνη

Στις αρχές του 1827 οι χωρικοί της Πάτρας εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν ένα σοβαρό πρόβλημα. Το πρόβλημα αυτό άκουγε στο όνομα: Ιμπραήμ. Ο πασάς έκανε συνεχώς επιδρομές καταστρέφοντας τις περιουσίες των Ελλήνων, «βυθίζοντάς» τους στην ανέχεια και την πείνα. Στόχος του ήταν να τους ωθήσει στο λεγόμενο «προσκύνημα» υπογράφοντας ένα ειδικό πιστοποιητικό γνωστό ως «ράι μπουγιουρντί» ή «προσκυνοχάρτι».
Όποιοι το έκαναν αυτό επέστρεφαν στην κατάσταση του υπηκόου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και απολάμβαναν όλα τα προνόμια, όπως λεφτά, χωράφια, φαγητό και κυρίως προστασία.
Όσο περνούσε ο καιρός αυτοί που υπέγραφαν το προσκύνημα γινόντουσαν όλο και περισσότεροι. Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν καθόλου τυχαία καθώς από πίσω κρυβόταν ο Νενέκος. Ο οπλαρχηγός του αγώνα, μαγεύτηκε από τα πλούτη και τη δόξα που του έταξε ο Ιμπραήμ πασάς και όχι απλά υπέγραψε το «προσκυνοχάρτι» αλλά εξαπέλυσε σε βάρος των χωρικών ένα πρωτοφανές κύμα βίας και τρομοκρατίας για να τους αναγκάσει να κάνουν το ίδιο.
Επιπλέον, ο Νενέκος μαζί με τους 2.000 άνδρες του, αποτελούσε κάτι σαν οπισθοφυλακή του Ιμπραήμ με τον οποίο πλέον πολεμούσαν μαζί τους επαναστατημένους Έλληνες, τους οποίους μάλιστα σε μερικές πτώσεις κατάφερε να νικήσει. Χωρικοί αλλά και μικρότερης δυναμικής οπλαρχηγοί έτρεμαν τον Ιμπραήμ και φοβόντουσαν το Νενέκο, που πλέον με φιρμάνι του πασά έφερε τον τίτλο του μπέη, με αποτέλεσμα η επανάσταση στην ευρύτερη περιοχή να πνέει τα λοίσθια.
Ένα περιστατικό, ωστόσο, έμελλε να αποτελέσει θρυαλλίδα εξελίξεων.

Η ΠΑΡΟΛΙΓΟΝ ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ
Το γεγονός που εξόργισε τον Κολοκοτρώνη ήταν ότι ο Νενέκος είχε την ευκαιρία να αιχμαλωτίσει ή να εξοντώσει τον Ιμπραήμ και δεν το έπραξε. Ο Ιμπραήμ χρησιμοποιούσε κάθε είδους μέσο, τρομοκρατία, βαρβαρότητες και απόπειρες δολοφονίας κατά του Κολοκοτρώνη για να σβήσει την Επανάσταση. Το περιστατικό περιγράφεται από τον Φωτάκο. Ο Ιμπραήμ βρέθηκε στο έλεος του Νενέκου, όταν χάθηκε μόνος του σε δάσος, αλλά ο Νενέκος πιστός στην συμφωνία τους τον περιποιήθηκε και τον οδήγησε ασφαλή στο στρατό του.
«Εἰς δὲ τὸν Ἰμβραὴμ ἐρχόμενον, ὡς εἴπαμεν, ἀπὸ τὰς Πάτρας εἰς τὰ Καλάβρυτα συνέβη τὸ ἀκόλουθον συμβάν. Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ χάνι τοῦ Βερβαινίκου ἐκεῖ ἐπαραδρόμησε, καὶ χωρισθεὶς ἀπὸ τὴν φρουράν του ἐπλανᾶτο ἐμβὰς μέσα εἰς τὸ πλησίον δάσος. Ἀφοῦ δὲ ἐπλανήθη ἕως ἕνα διάστημα, ἐννοήσας τὴν παραδρομήν, ἐπέστρεφε πάλιν ὀπίσω, καὶ κατὰ τύχην ἔπεσεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν Τουρκοπροσκυνημένων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διαταγήν του παρηκολούθουν τὸν στρατόν του ὡς ὀπισθοφύλακες. Ὁ Πασᾶς ἦτο μόνον καὶ ἀκολούθει αὐτὸν μόνον ἕνας Τοῦρκος τσιμπουκοδότης. Ὁλόκληρος δὲ αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἐβάδιζε μὲ τὸν Νενέκον, καὶ ἐφρουρεῖτο ἀπὸ τοὺς μισθωτοὺς Ἕλληνας. Ἀπὸ δὲ τὸ χάνι τοῦ Βερβαινίκου ἕως τὸ Λιβάδι τῆς Σάλμενας, ὅπου ἐστρατοπέδευσε τὸ διάστημα εἶναι ὀκτὼ περίπου ὡρῶν. Καθ᾿ ὁδὸν δὲ καὶ εἰς τοῦ Δεσπότη τὴν βρύσιν λεγομένην, ἐκεῖ ὁδὸν δὲ καὶ εἰς τοῦ Δεσπότη τὴν βρύσιν λεγομένην, ἐκεῖ ἐκοιμήθη πολλὴν ὥραν ἀπὸ κάτω εἰς ἕνα δένδρον ἕως ὅτου ἡ ζέστα ἐπέρασεν.
Ἔπειτα δὲ ἀφοῦ ἐξύπνησεν, οἱ Ἕλληνες τοῦ ἔδωκαν τροφὴν καὶ ἔφαγε, καὶ μετὰ ταῦτα συνώδευσαν αὐτὸν ἕως τὸ βράδυ καὶ τὸν ὡδήγησαν ἀσφαλῶς εἰς τὸ στρατόπεδον. Φθάσας δὲ ὁ Ἰμβραὴμ εἰς τὸ στρατόπεδον ἐθύμωσε καὶ ἐμάλωσε ὅλους τοὺς σωματάρχας του. Ἔπειτα ἐπαίνεσε τὸν Νενέκον διὰ τὴν πίστιν του, καὶ παρησίᾳ μάλιστα τὸν ἐχάϊδευσε μὲ τὰ χέρια του ἐνώπιον τῶν ἐπισήμων Τούρκων. Ἔπειτα δὲ ἔγραψε καὶ ἐσύστησε πρὸς τὸν Σουλτάνον τὸν Νενέκον διὰ τὴν τοιαύτην πίστιν καὶ εὐεργεσία πρὸς αὐτόν, καὶ ὁ Σουλτάνος τὸν ὠνόμασε Μπέην καὶ τοῦ ἐχάρισε πολλὰς γαίας, καὶ οὕτως ἔκτοτε ὁ Νενέκος ἐλέγετο Μπέης ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ὁ δὲ Νενέκος τότε ἐλάμβανεν αἰχμάλωτον τὸν Ἰμβραὴμ, ἐὰν ἤθελε. Μάλιστα δὲ ἐκεῖ πλησίον ἦτο τὸ μοναστῆρι τῆς Μακελαριᾶς ὀνομαζόμενον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπόρθητον. Πλησίον δὲ ἦτο ἐπίσης καὶ ἀσφαλέστερον ἐκείνου τὸ Μέγα Σπήλαιον· οἱ δὲ Τοῦρκοι δὲν θὰ ἐγνώριζαν τὶ ἔγεινεν ὁ ἀρχηγός των· ἀλλ᾿ ὁ ἀσυνείδητος αὐτὸς ἄνθρωπος ἐφύλαξε τὴν πίστιν του πρὸς τοὺς Τούρκους. Ὅλα δὲ ταῦτα ἔμαθεν ὁ Γενικὸς Ἀρχηγός, καὶ ἀγανακτήσας ὡρκίσθη παρρησία ἡμῶν εἰς τὸν Μεγάλον Θεὸν τῶν Ἑλλήνων καὶ εἶπεν, ὄτι ἐπιθυμεῖ τὸν φόνον τοῦ Νενέκου, καὶ ἂν τὸν εὕρισκε πουθενὰ μὲ τὰ ἴδιά του χέρια τὸν ἐφόνευε· (πρᾶγμα πολὺ παράξενον καὶ πρωτάκουστον ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κολοκοτρώνη νὰ ὁμιλῇ περὶ φόνου, καὶ ὅτι μόνος του θέλει νὰ τὸν κάμῃ). Μετὰ δὲ ταῦτα ὁ Ἀθανάσιος Σαγιᾶς ἐφόνευσε τὸν Νενέκον.
Ο Κολοκοτρώνης λοιπόν έμαθε για το συγκεκριμένο περιστατικό, εξοργίστηκε, είπε το ιστορικό «τσεκούρι και φωτιά στους προσκυνημένους» και εξαπέλυσε μια δίχως προηγούμενο τρομοκρατία σε βάρος της τρομοκρατίας του Ιμπραήμ! Παράλληλα, έδωσε εντολή να εντοπιστεί και να εκτελεστεί ο Νενέκος, πάση θυσία.

Το τέλος του προδότη Νενέκου
Οι άνδρες του Κολοκοτρώνη υπό τις αυστηρές οδηγίες του Γέρου του Μοριά, έμπαιναν μέσα στα χωριά, έβρισκαν τους πρωτεργάτες του προσκυνήματος και τους κρεμούσαν στις κεντρικές πλατείες προκειμένου να στείλουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα.
Παράλληλα, προσπαθούσαν με νουθεσίες να επαναφέρουν στον σωστό δρόμο τους απελπισμένους χωρικούς που από τη μια έβλεπαν το σπαθί του Ιμπραήμ και από την άλλη την οργή του Κολοκοτρώνη.
Η επιστολή του Κολοκοτρώνη

«Εις Ελόγου Σας χωρία της Λιοδώρας, όλα από Ζάτουνα έως Ασπρα Οσπήτια. Ευθύς όπου λάβετε το παρόν μου να ακούσετε την φωνήν του γενναιοτάτου χιλιάρχου Δημητράκη Πλαπούτα, τον οποίον διορίζω με πληρεξουσιότητα να πάρη τα άρματα σας και όλοι μαζύ να ελθήτε το ογληγορώτερον κατά το χρέος σας. Του έδωσα άδεια δια εκείνους από εσάς όπου δεν θελήσουν να θύση και να απολέση με φωτιά και τζεκούρι, οι δε λοιποί είσθε εις την αγάπην μου και κάμνετε το χρέος σας με προυθυμίαν, και ελπίζω ότι θ’ ακολουθήσετε χωρίς δυσκολίας. Ακολουθήσατε λοιπόν καθώς σας γράφω και ακολουθήσατε τον Καπιτάν Δημητράκη να προφθάσετε το ογληγορώτερον» ανέφερε ο Κολοκοτρώνης σε επιστολή του, χωρίς να αφήνει το παραμικρό περιθώριο για… παρερμηνείες σχετικά με τις προθέσεις του.

Σταδιακά η εικόνα στην Πελοπόννησο άρχισε και πάλι να αλλάζει. Οι προσκυνημένοι εγκατέλειπαν τον πασά και έσπευδαν στο πλευρό των ανδρών του Κολοκοτρώνη. Η επανάσταση άρχιζε πάλι να «ανθίζει».
Το μόνο που απέμενε ήταν να τιμωρηθεί ο Νενέκος. Αυτό τελικά έγινε το 1828. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης γράφει στα απομνημονεύματά του:
«ὁ Νενέκος εἰς τὰς 26 τοῦ Μαρτίου ἐπῆρε τοὺς Τούρκους καὶ ἐπῆγε κι ἐχάλασε μία οἰκογένεια Καρυτινὴ ὁποὺ ἦτον ἀπὸ παλαιὰ εἰς τὴν Πάτρα, ἐσκλάβωσε τὰ παιδιά, οἱ ἄνδρες ἐγλύτωσαν μόνον μὲ τὸ κορμί, μὲ τὸ τουφέκι στὸ χέρι, τοὺς πῆρε 6.000 σφαχτά. Εἰς τὰ 26, ὅταν ἐπρωτοπροσκύνησε, εἶχα διατάξει ἕναν λεγόμενον Σαγιᾶ νὰ τὸν σκοτώσει. Ὁ Σαγιᾶς μοῦ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν καὶ ἐγὼ εἶχα τὴν ὄρεξιν, καὶ πάλιν ὅταν ἄκουσα καὶ ἐσκλάβωσε τοὺς Ἕλληνας τὸν ἐντεμπίχιασα μὲ ἕνα γράμμα: «Ἄπιστε, διατί δὲν τὸν σκοτώνεις, ποὺ ἀκόμη μὲ τοὺς Τούρκους εἶναι, ἀφοῦ ἦλθε ὁ Κυβερνήτης;» Τότε ὁ Σαγιᾶς ἔσμιξε τὸν Νενέκο καὶ ἐσκοτώθη ὁ Νενέκος. Εἰς τὰ 1828 ἔγιναν παράπονα. Ὁ Νενέκος εἶχε φερμάνι ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ τὸν ἔλεγαν Μπέη Νενέκο».
Τα «παράπονα» που αναφέρει ο Κολοκοτρώνης είναι η επίσημη διαμαρτυρία που έγινε από την Οθωμανική Πύλη στην Ελληνική Πολιτεία δεδομένου πως ο Νενέκος έφερε τον τίτλο του μπέη.
Ο Νενέκος βρήκε το θάνατο από το μαχαίρι του αδερφού του Αθανάσιου Σαγιά τον οποίο είχε σκοτώσει μερικά χρόνια νωρίτερα, προκειμένου να ανελιχθεί. Για το πώς έγινε η δολοφονία, του Νενέκου λίγα πράγματα είναι γνωστά. Αν πιστέψουμε, πάντως, ένα παραδοσιακό τραγούδι που διασώθηκε στο πέρασμα του χρόνου ο Σαγιάς τον ξεγέλασε καλώντας τον να του βαπτίσει το παιδί!
Τα σκληρά μέτρα του Κολοκοτρώνη και ο θάνατος του Νενέκου, θέτουν τέρμα στο αθρόο προσκύνημα των Ελλήνων στον Ιμπραήμ, αλλά το δραματικό πρόσωπο σε αυτήν την υπόθεση είναι ο ίδιος ο Σαγιάς που φοβούμενος αντίποινα των συγγενών του Νενέκου, δε μπορεί να επιστρέψει πια στον τόπο του.
Το τίμημα της αντίστασης του Σαγιά είναι τεράστιο. Η απόφασή του να μην προσκυνήσει όπως όλοι σχεδόν οι συντοπίτες του τον Ιμπραήμ, η βεντέτα του με τον Νενέκο και η δολοφονία του, τον καθιστούν στην περιοχή του μαύρο πρόβατο. Ο Σαγιάς προσπέφτει με δύο επιστολές του στα πόδια του κυβερνήτη Καποδίστρια.
Ας δούμε όμως την πρώτη συγκλονιστική επιστολή του, που μας περιγράφει όσα τράβηξε από τον Νενέκο, προτού τελικά τον σκοτώσει…
Η επιστολή του προς τον Καποδίστρια είναι συγκλονιστική.
“Προς τον εξοχώτατον Κυβερνήτην της Ελλάδος
με το ταπεινόν μου σέβας διηγούμαι προς την εξοχότητά σου την δεινήν δυστυχίαν μου, τα όσα δοκιμάζω ένδεκα μήνας και μέχρι σήμερον στερημένος της πατρίδος μου και όλων των πραγμάτων και ταλαιπωρούμαι ένθεν κακείθεν.
Είναι γνωστόν εις την επαρχίαν της Πάτρας επροσκύνησαν όλοι εις τον Ιμβραήμ, έχωντας αρχηγόν τον Νενέκον. εγώ μόνον εκ της επαρχίας αυτής από πατριοτισμόν μην εφχαριστούμενος να φανώ προδότης της πατρίς μου και των αδελφών χριστιανών ειδοποίησα όλας τας αρχάς της διοικήσεως στρατηγούς και καπιτανέους διά να εμποδίσωμε τον κίνδυνον της πατρίδος και έμεινα πατριώτης να μη συμφωνώ με τους προσκυνημένους εις τον Οθωμανικόν ζυγόν μέχρι τέλους. ενώ ήμουν τοιούτος έπρεπε να κάμω τα χρέη μου εις τους αποστάτας. και μ’ όλον ότι ήμουν διαταγμένος από τον Γενικόν Αρχηγόν (εννοεί τον Κολοκοτρώνη) διά να τον φονεύσω τον νενέκον όστις ήλθεν ζητών τον θάνατόν του.
Κατ’ αρχάς με εκατάτρεξε φονεύσας δύο συντρόφους μου ο νενέκος, καπιτανέους ονομαζόμενους λαμπρούλη και σπανοκυριάκον και άλλον βασίλην σμυρνιώτην κόψας το δεξιόν του χέρι. μετά τούτο δύο συγγενείς μου γεώργιον πατζαϊτην και δημητράκην νυμφοκάπουλον. έπειτα με επήρε τα πρόβατά μου και μίαν κόρην δυναστικώς πρώτη αξαδέλφη μου, δώσας εις αυτήν έναν άτιμον άνδρα διά καταισχύνην μου, ύστερον έστειλεν τον γραμματικόν του και μερικούς στρατιώτας του, και με επήραν μίαν στάνην πρόβατα, του μαντά ονομαζόμενου και δύο ανιψιούς μου αιγμαλώτους, αυτό όμως το έκαμε τεχνηέντως διά να φονεύση εμένα. ηκούοντας ημείς την ταραχήν ενομίσαμεν ότι είναι Τούρκοι διό και ωρμήσαμεν κατ’ αυτών οίτινες είχον ενέδραν, εις την οποίαν εφόνευσαν τον αδελφόν μου. αυτά και άλλα εξοχότατε έκαμεν κατ’ εμού τα οποία δεν περιγράφωνται και μόλον ότι έκαμε τόσα κακά κατά μού και της πατρίδος, δεν επήγα εις τούτο να τον θανατώσω, αλλά επήγενα προς τον μπενιζέλον ρούφον, και αυτός μαθών τούτο, ενέδρευε εις το οποίον έπρεπε να απεράσω μέρος και έλαβε το οποίον ήθελε να πράξη κατά μου.
Την ιδίαν στιγμήν ειδοποίησα τον μπενιζέλον, ότι αναχορώ, εις την Σ. διοίκησιν της κυβερνήσεως και όστις είναι ενάγων να έλθη να διαδικασθώμεν εκεί. ο δε κύριος μπενιζέλος εσύναξε τους προσκυνησμένους και μου τους έρριψε επάνω μου με αιχμαλώτισαν τα παιδία μου ελαφυραγώγησαν τα ρούχα μου τα ενδύματά μου και όλην μου την ύπαρξιν μου εθανάτωσαν, και δύο συντρόφους μου επειδή τα απαρατήσαμε διά να σώσωμεν την ζωήν μας, ύστερον έστειλε εις το χορίον μου και εχάλασε ένδεκα φαμιλίαις συγγενείς μου και συμπολίτας μου αναίτιους εξόχως άπαντα όλους, εθανάτωσε και μία λεχώνα με δύο βρέφη, τα οποία δεν έπραξαν ούτε οι τούρκοι τοιούτα πράγματα.
εξοχότατε κυβερνήτα ενώ εδοκίμασα τόσα δεινά, εκ του πατριοτισμού μου και της τιμιότητος είναι δίκαιον να είμαι αποξενωμένος από την πατρίδα μου, ενώ όλοι σχεδόν άρον άρον ανάπαυσαν εις την επιτυχίαν σας και μόνον εγώ να είμαι στερημένος καθώς και οι μετ’ εμού πτωχοί στρατιώται;
μετά δακρύων παρακαλώ εφάνης ελευθερωτής της ελλάδος να δείξης και εις εμέ τον ταπεινόν το έλεός σου, να μην μείνω και γω παραπονεμένος διορίζων με εις όποιον στρατιωτικόν τάγμα κρίνης άξιον και μ’ όσους στρατιώτας θελήση η εξοχότητά σου. επειδή και έχω φαμίλιαν αδυνάτους ψυχάς δώδεκα και δεν δύνομαι να τους οικονομήσω αν η εξωχώτης της δε με βοηθήσει;
έχων μεγάλην ευχαρίστησιν να κριθώ μετ’ αυτών έμπροσθεν του κυβερνητικού σου βήματος ή αν δεν είναι να με δωθή παρά της κυβερνήσεως έγγραφον διά να υπάγω εις την πατρίδαν μου ελεύθερος.
Περικλείεται ομολογία της διοικήσεως προς την κυβέρνησιν διά να δωθή κανένα χορίον εις την πατρίδαν μου διά να οικονομήσω το ψωμί της πτωχής φαμελίας μου, και αν η κυβέρνησις δεχθή αυτήν μου την αίτησιν ας αποφασισθή ένα εκ των κάτω χωρίων των μακράν από όλους τους εχθρούς μου. η φιλανθρωπία της κυβερνήσεως και οι εδικοί μου υπέρ της πατρίδος αγώναις, καθώς και το μαρτυρεί γαστούνη, το χλομούτζη, πέτρα και λοιπά μέρη της πελοποννήσου, ελπίζω να μην αποτύχω της αιτήσεώς μου και της φιλανθρωπίας της Α. εξοχότητος.
τη πρώτη ιουνίου 1829 καρύταινα
ο ταπεινός
αθανάσιος σαγιάς εκ χωρίου κασνέσι πάτρας”


