27 Απριλίου 1941: Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν την Αθήνα.

Σαν σήμερα πριν από 75  χρόνια οι Γερμανοί εισβολείς της Βέρμαχτ εισήλθαν στην πόλη των Αθηνών.

Ένα τάγμα μοτοσυκλετιστών της 2ης Μεραχίας Πάντσερ, αφού είχε διασχίσει την Εύβοια με σκοπό την κατάληψη του λιμανιού της Χαλκίδας και αφού συνάντησε ελάχιστη αντίσταση, κατευθήνθηκε προς την πρωτεύουσα.

Το πρωί της 27ης Απριλίου, Κυριακή του Θωμά, μπήκαν στην πόλη των Αθηνών οι πρώτοι Γερμανοί στρατιώτες. Απέναντι από το κτήμα Θών, στο καφενείο “Παρθενών” στους Αμπελόκηπους, η ελληνική αντιπροσωπία αποτελούμενη από τον υποστράτηγο Καβράκο και τους δημάρχους Αθηνών και Πειραιώς, περίμενε τους Γερμανούς για να υπογράψουν το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης. Σύντομα κατέφθασε ο αντισυνταγματάρχης Φον Σέιμπεν και υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης.

Γερμανικό απόσπασμα κατευθύνθηκε στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης όπου υψώθηκε η σβάστικα.

Στην Κηφισιά η Πηνελόπη Δέλτα στα 67 της χρόνια αυτοκτονεί. Την προηγουμένη το βράδυ έγραφε: «Αύριο ίσως μπουν στην Αθήνα οι Γερμανοί. Τηλεφώνησε ο αδελφός μου πως είναι ασφαλέστερο να κατεβούμε σπίτι του, γιατί είναι άγνωστο από πού θα μπουν. Του αποκρίθηκα ότι θα μείνουμε σπίτι μας. Είναι ώρα τώρα να μιλάμε για ασφάλεια, όταν η Αθήνα θα έπρεπε να γίνει ολοκαύτωμα και να καταπιεί χιλιάδες Γερμανούς κάτω από τα ερείπιά της… Τι δύναμη που σου δίνει η γνώση πως έχεις λίγο θάνατο φυλαγμένο στην τσέπη…».

Ο θρύλος λέει ότι ένας Εύζωνας, ο Κωνσταντίνος Κουκίδης, αφού υπέστειλλε την ελληνική σημαία, τυλίχθηκε με αυτή και έπεσε από τον Ιερό Βράχο αρνούμενος να την παραδώσει στα βέβηλα χέρια των εισβολέων. Η ιστορία αυτή, αν και αμφισβητείται η αυθεντικότητά της, έγινε λαϊκό σύμβολο του πνεύματος αντίστασης ενάντια στους εισβολείς.

Τα σκοτεινά χρόνια της Τριπλής κατοχής άρχιζαν…

Τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα.

Ο θρυλικός εκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος εκφωνεί με λυρικό τρόπο, βγαλμένο από αρχαία τραγωδία,  τις τελευταίες ανακοινώσεις του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών:

Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι.
Έλληνες!Οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών.
Αδέλφια! Κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή σας το πνεύμα του μετώπου.
Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τας προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια.
Έλληνες! Ψηλά τις καρδιές!..

Προσοχή! Προσοχή!
Η πρωτεύουσα περιέρχεται εις χείρας των κατακτητών. Επάνω εις τον Ιερόν Βράχον της Ακροπόλεως δεν κυματίζει πλέον υπερήφανη η γαλανόλευκος. Αντ’ αυτής εστήθη το λάβαρο της βίας.

Προσοχή!
Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών υστέρα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέμματα!
Έλληνες! Μην τον ακούτε!
Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχισθή μέχρι της τελικής νίκης.
Ζήτω το έθνος των Έλλήνων!


  ΠΩΣ ΣΩΣΑΜΕ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ

Κυριακή 27 Απριλίου 1941.Τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής καταλαμβάνουν την Αθήνα. Την επομένη το πρωί, οι Γερμανοί αξιωματικοί που ανέβηκαν τα μαρμάρινα σκαλιά του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου διαπίστωσαν με έκπληξη ότι παραλάμβαναν ένα κτίριο άδειο.

Δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος από τα χιλιάδες πολύτιμα εκθέματα που κοσμούσαν το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας τα προηγούμενα εξήντα χρόνια της λειτουργίας του. Αντί για αγάλματα, στέκονταν μπροστά τους παγωμένοι και ανέκφραστοι οι λιγοστοί αρχαιολόγοι και οι φύλακες που είχαν βάρδια. Αυτή ήταν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες της ιστορίας της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η επιχείρηση διάσωσης των αρχαιοτήτων στα χρόνια της Κατοχής από πιθανούς βομβαρδισμούς και λεηλασίες των ξένων στρατευμάτων.

(Εδώ προετοιμάζουν σκάβοντας το Μουσείο για να θάψουν τα αρχαία)

Αγάλματα και αρχαία αντικείμενα θάβονταν στη γη, σε κρύπτες, σε θησαυροφυλάκια, σε σπηλιές. Στα υπόγεια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ανοίχτηκαν λάκκοι ενώ το ίδιο έγινε και στο Μουσείο της Ακρόπολης, μέσα στην Αίθουσα του Παρθενώνα. Σύμφωνα με το σχέδιο που είχε εκπονηθεί ήδη από το 1937, τα πολυτιμότερα αντικείμενα φυλάσσονταν και σκεπάζονταν με στεγνή άμμο που μεταφερόταν από τα λατομεία του Ψυχικού. Σε κάθε στρώση με αρχαία αντιστοιχούσε και μία στρώση με άμμο.

Ο διευθυντής του Μουσείου Ακροπόλεως, ο Γιάννης Μηλιάδης είχε από την αρχή μαρκάρει τα σπουδαιότερα αρχαία με σταυρό. Αυτά μπήκαν σε κασόνια με ειδικά στηρίγματα που γέμισαν με ροκανίδια και μεταφέρθηκαν σε περιοχές γύρω από την Ακρόπολη, όπου ο κίνδυνος για βομβαρδισμούς ήταν μικρότερος. Στη σπηλιά του Φιλοπάππου, που είναι γνωστή ως φυλακή του Σωκράτη, σε σπηλιά κάτω από την Πνύκα, αλλά και σε φρεατοειδή ανοίγματα στη βορινή πλευρά του Παρθενώνα. Τα στόμια κλείστηκαν με χοντρές πλάκες από μπετόν αρμέ γιατί οι Γερμανοί σε όποιο ελληνικό μέρος βρήκαν αρχαία τα κατέστρεψαν ή τα έκλεψαν.

Για την κάθοδο των αγαλμάτων στα ορύγματα χρησιμοποιήθηκαν αυτοσχέδιοι ξύλινοι γερανοί, τους οποίους χειρίζονταν αδιάκοπα οι τεχνίτες του μουσείου. Όλοι δουλέψανε ενάντια στον χρόνο, με τον φόβο της εισβολής των Γερμανών, και βέβαια με τεράστια προσοχή. Τα ξύλινα κιβώτια με τα πήλινα αγγεία, τα ειδώλια και τα χάλκινα έργα, τοποθετούνταν στις ημιυπόγειες αποθήκες της επέκτασης του μουσείου, που είχε μόλις ολοκληρωθεί προς την οδό Μπουμπουλίνας. Μετά τη συμπλήρωση των χώρων, τα δωμάτια γεμίζονταν μέχρι την οροφή με στεγνή άμμο, προκειμένου να αντέξουν ενδεχόμενο βομβαρδισμό. Φανταστείτε να έμεναν εκεί τα πανέμορφα εκθέματα που είναι σήμερα στο νέο σύγχρονο μουσείο της ακρόπολης  όταν οι Ιταλοί κουβάλησαν στον ιερό βράχο πυροβόλα και πυρομαχικά και κατασκεύασαν τσιμεντένιες βάσεις.

Η παραμονή των στρατιωτών στην Ακρόπολη είχε δυσάρεστες συνέπειες για τα μνημεία του Ιερού Βράχου. Στις αίθουσες των αρχαϊκών αετωμάτων εγκατέστησαν το πλυντήριό τους και το μαγειρείο και το υπόλοιπο μουσείο μεταβλήθηκε σε στρατώνα. Ο Βράχος έγινε στρατιωτική περιοχή, άναβαν φωτιές για το πρόχειρο φαγητό τους, βρώμιζαν τα μνημεία με βενζίνες, πετρέλαια και μηχανέλαια και, όπως ήταν φυσικό, μεταχειρίζονταν τα απόμερα σημεία της Ακροπόλεως για αποχωρητήρια.

Η διάσωση των θησαυρών οφείλεται κυρίως στον ξεχασμένο σήμερα Γιάννη Μηλιάδη που υπήρξε μια πολυδιάστατη πνευματική προσωπικότητα. Γεννήθηκε το 1895, σπούδασε στη Φιλοσοφική και στη Νομική Σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Βιέννη, στο Μόναχο και στο Βερολίνο, υπηρέτησε σε αρχαιολογικές υπηρεσίες για να καταλήξει το 1940 διευθυντής του Μουσείου της Ακρόπολης, θέση στην οποία παρέμεινε ως τον θάνατό του, το 1975.

Διαβάστε επίσης