Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη: “Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμε την επανάσταση”

Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη - Media

Το καλοκαίρι του 1836 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αφηγείται στον Γ. Τερτσέτη επί δύο μήνες γεγονότα από τη ζωή και τη δράση του στην Επανάσταση. Τα απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη είναι μια ανεκτίμητη πηγή της εθνικής μας Ιστορίας, που φωτίζει γεγονότα της Επανάστασης του 1821. Οι μάχες στις οποίες έλαβε μέρος περιγράφονται με ακρίβεια, απλότητα και μετριοφροσύνη.

Εγεννήθηκα στα 1770.
Όταν εγλύτωσα από την Καστάνιτζα είμουν χρονών 10.
Διαμονή Μάνης χρόνια 2.
Εις την Αλωνίσθενα χρόνια 3.
Εις τα Σαμπάσικα χρόνια 12.
Εποχή της Νεότητος, 5 χρόνια ανύπανδρος και άλλους 7 χρόνους υπανδρευμένος· 27 χρόνους είχα όταν με επρωτοκυνήγησαν.
Αρματωλός και κλέφτης αλληλοδιαδόχως χρόνια 5.
Φερμάνι Βασιλικό διά εμένα και τον Πετιμεζά στα 1802.
Το δεύτερο φερμάνι τον Ιανουάριον 1806, και το Πατριαρχικό Συνοδικό.
36 χρόνων ήμουν όταν επήγα εις την Ζάκυνθο.
50 χρόνους είχα όταν εβγήκα εις την επανάστασι.

Το μυστήριο της εταιρίας άρχισε να γίνεται διαδίδεται εις κάθε λογής ανθρώπους και καλούς και κακούς, και εβιασθήκαμε να κινήσωμε μίαν ώραν αρχήτερα την επανάστασιν. Ο Ντόγιος το εμαρτύρησε εις τον Αλή-Πασά. Έτζι λοιπόν εις τας 3 Ιανουαρίου ανεχώρησα από την Ζάκυνθον, και εις τας 6 Ιανουαρίου έφθασα εις την Σκαρδαμούλα εις του πατρικού μου φίλου Καπετάν Παναγιώτη Μούρτζινου. Το κίνημά μας έγεινε εις τας 22 Μαρτίου εις την Καλαμάταν. Από τας 6 του Ιανουαρίου έως εις τας 22 Μαρτίου, επροσπάθησα, ενέργησα εις την Μάνην να ενώσωμεν διάφορα σπήτια Μανιάτικα κατά την συνήθειάν τους, και τους ενώσαμεν, τους αδελφώσαμεν· έστειλα και εις τας επαρχίας της Μεσσηνίας, Μιστρός, Καρύταινας, Φαναριού, Λεονταριού, Αρκαδίας, της Τριπολιτζάς, και ήλθαν εκεί όπου ευρισκόμουν, και τους έλεγα, ότι: την ημέρα του Ευαγγελισμού να ήναι έτοιμοι, και κάθε Επαρχία κινηθή εναντίον των Τούρκων των τοπικών, και να πολιορκήσουν εις τα διάφορα φρούρια, καθώς οι Αρκαδιανοί να πολιορκήσουν το Νεόκαστρο, οι Μοθωναίοι την Μοθώνη, και ούτω καθεξής.
Αφού επροετοιμάσαμεν και συναγοικήθημεν, ο Ζαΐμης με τους άλλους, αναγκασμένοι να υπάγουν εις την Τριπολιτζά ή να μείνουν έτζι, εκτύπησαν τον Βοϊβόδα των Καλαβρύτων. Οι Τούρκοι με έμαθαν ότι ήλθα και με ενόμιζαν ότι ήλθα με 5 με 6.000· εγώ ήμουν με τέσσαιρους. Ήλθαν Αρκαδινοί και Μιστριώται Τούρκοι με ραγίστικα σκουτιά ενδυμένοι, και ήλθαν να δουν με πόσους ήμουν, και εγώ έπαιζα ταις ομάδαις και εγύρισαν οπίσω και έλεγαν, ότι: ευρήκαμε ένα γέρο και έπαιζα ταις ομάδες. – Επήγα εις τον Μουρτζίνο ως φίλο μου πατρικόν. Ο Μαυρομιχάλης είχε το όνομα Μπέης, αλλ’ ο Μούρτζινος είχε την δύναμιν εις την Μάνην. Ερωτήθη τότε ο Μαυρομιχάλης διά τον ερχομόν μου, και αυτός απεκρίθη, ότι εδυστήχησε εις την Ζάκυνθο και ήλθε εις την Μάνη διά να τον βοηθήσουν οι φίλοι του και να επιστρέψη οπίσω· και εις αυτό εφέρθηκε πολλά καλά, αλλά δεν είναι αληθινό ότι δεν με πρόδωσε εις τους Τούρκους· δεν είχε την δύναμιν να τοκάμη και αν ήθελε, και, εκτός της φιλίας όπου είχαμεν με τον Μούρτζινον, είναι συνήθεια εις την Μάνη να υπερασπίζωνται όσους καταφεύγουν εις την οικίαν των.
Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμε τους Τούρκους εις την Καλαμάτα, τον Αρναούτογλην σημαντικόν Τούρκον της Τριπολιτζάς. Είμεθα 2.000 Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, Κυβέλος· Δυτική Σπάρτη – 100 ήταν οι Τούρκοι μεινεμένοι, ως 10.000 η φήμη τους μεγάλη.- Η Ανατολική Σπάρτη εκινήθη την ίδιαν ώρα. Ο Τζανετάκης με την Κακαβουλιά εκινήθη διά τον Μιστρά. Οι Τούρκοι είχαν βάλει υποψία, επροσκάλεσαν του Προεστούς και Δεσποτάδες, και αυτοί επήγαν – ήταν έμβα του Μαρτίου – Δεν τους εσκότωσαν.
Οι Σπαρτιάται αφού επήραν λάφυρα, προχωρούν και πολιορκούν την Μονοβασιά. – Εις την Καλαμάτα εκάμαμε Συνέλευσι, πόθεν να πρωτοκινήσωμε τα στρατεύματα. Οι Καλαματιανοί εκατάφεραν τον Μπέη να πάμε εις την Κορώνη διά να μην βάλουν σπαθί οι Τούρκοι εις τους Χριστιανούς· εγώ δεν εστρέχθηκα, είπα να πάμε εις την παλαιάν Αρκαδίαν, εις το κέντρο διά να βοηθούμε τους άλλους· τότενες τους είπα: εάν μου δώσετε βοήθεια από τούτο το στράτευμα, καλώς, ειμή αναχωρώ να υπάγω εις το Κέντρο. Είχα λάβει γράμμα από τον Κανέλο, μ’ επροσκαλούσε, ότι είχε 10.000 άρματα, και να έμβω επί κεφαλής. Του Μούρτζινου αρώστησε το παιδί του ο Διονύσιος, και έτζι δεννεκίνησαν όλοι οι Μανιάται· έλαβα 200 από αυτόν και 70 από τον Μπέη με τον Καπετάν Βοϊδή και με 30 εδικούς μου εγενήκαμε 300, και έκοψα ευθύς 2 σημαίες με Σταυρό και εκίνησα. Οι Ανδρουσιανοί Τούρκοι, 360 άνδρες, μανθάνοντας ότι είμεθα ασκέρι φεύγουν, πάνε στα Κάστρα της Μεσσηνίας. Κινώντας εγώ, είχαν μίαν προθυμίαν οι Έλληνες όπου όλοι με τας εικόνας έκαναν δέησι και ευχαριστήσεις· – Μου ήρχετο πότε να κλαύσω… από την προθυμίαν που έβλεπα. – Ιερείς έκαναν δέησι. Εις τον ποταμόν της Καλαμάτας ανασπασθήκαμε και εκινήσαμε…

Αποσπάσματα
Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμιάν απ’ όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτο ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος, ήτο με ένα λαόν, όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωριστεί ως τοιούτος, ούτε να ορκισθεί, παρά μόνο ό,τι έκαμνε η βία. Ούτε ο Σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήσει τον ελληνικόν λαόν ως λαόν, αλλ’ ως σκλάβους. Μία φοράν, όταν επήραμε το Ναύπλιο, ήλθεν ο Άμιλτον να με ιδεί. Μου είπε ότι: «Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμό, και η Αγγλία να μεσιτεύσει». Εγώ του αποκρίθηκα, ότι: «Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς, καπιτάν Άμιλτον, ποτέ συμβιβασμό δεν εκάμαμε με τους Τούρκους. Άλλους έκοψε, άλλους σκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς ημείς, εζούσαμε ελεύθεροι από γενεά εις γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα». Με είπε: «Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;» – «Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια, η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά». Έτσι δεν με ομίλησε πλέον.
Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελλοί, δεν εκάναμε την επανάσταση, διατί ηθέλαμε συλλογισθεί πρώτον διά πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμε λογαριάσει τη δύναμη την εδική μας, την τούρκικη δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμε, όπου ετελειώσαμε με καλό τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμε, ηθέλαμε τρώγει κατάρες, αναθέματα. Ομοιάζομεν σαν να είναι εις ένα λιμένα πενήντα-εξήντα καράβια φορτωμένα, ένα από αυτά ξεκόβει, κάνει πανιά, πηγαίνει εις την δουλειά του με μεγάλη φορτούνα, με μεγάλο άνεμο, πηγαίνει, πουλεί, κερδίζει, γυρίζει οπίσω σώον. Τότε ακούς όλα τα επίλοιπα καράβια και λέγουν: «Ιδού άνθρωπος, ιδού παλληκάρια, ιδού φρόνιμος, και όχι σαν εμείς οπού καθόμεθα δειλοί, χαϊμένοι», και κατηγορούνται οι καπεταναίοι ως ανάξιοι. Αν δεν ευδοκιμούσε το καράβι, ήθελε ειπούν: «Μα τι τρελλός να σηκωθεί με τέτοια φορτούνα, με τέτοιο άνεμο, να χαθεί ο παλιάνθρωπος, επήρε τον κόσμο εις τον λαιμό του».
Η αρχηγία ενός στρατεύματος ελληνικού ήτον μία τυραννία, διατί έκαμνε και τον αρχηγό, και τον κριτή, και τον φροντιστή, και να του φεύγουν κάθε μέρα και πάλι να έρχονται. Να βαστάει ένα στρατόπεδο με ψέμματα, με κολακείες, με παραμύθια. Να του λείπουν και ζωοτροφίες και πολεμοφόδια, και να μην ακούν και να φωνάζει ο αρχηγός. Ενώ εις την Ευρώπη ο αρχιστράτηγος διατάττει τους στρατηγούς, οι στρατηγοί τους συνταγματάρχας, οι συνταγματάρχαι τους ταγματάρχας και ούτω καθεξής. Έκανε το σχέδιό του και εξεμπέρδευε. Να μου δώσει ο Βελιγκτών σαράντα χιλιάδες στράτευμα το εδιοικούσα, αλλ’ αυτουνού να του δώσουν πεντακόσιους Έλληνας δεν ημπορούσε ούτε μία ώρα να τους διοικήσει. Κάθε Έλληνας είχε τα καπρίτσια του, το θεό του, και έπρεπε να κάμει δουλειά κανείς με αυτούς, άλλον να φοβερίζει, άλλον να κολακεύει, κατά τους ανθρώπους.
«Άπαντα Τσερτσέτη», τομ. Γ’, σελ. 149-150


Συνομιλία Κολοκοτρώνη – Αντιβασιλείας

Εξαιτίας της μικρής ηλικίας του βασιλιά Όθωνα μόλις έφτασε στην Ελλάδα, τρεις αντιβασιλείς κυβερνούσαν το νέο κράτος στη θέση του. Πολλοί Έλληνες πολιτικοί προσπάθησαν να γίνουν αρεστοί στη νέα διοίκηση για να πάρουν αξιώματα. Για το λόγο αυτό κατηγορούσαν συχνά τον Κολοκοτρώνη ότι προσπαθεί να διώξει το βασιλιά έτσι ώστε να δείξουν ότι προσφέρουν υπηρεσίες στους ξένους κυβερνήτες. Σε μια περίπτωση ο γέρος του Μοριά αποφάσισε να πάει ο ίδιος στο παλάτι και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Εκεί συναντήθηκε με τους τρεις αντιβασιλιάδες.

Ο στρατιώτης που φυλάει στην πόρτα λέει στον Κολοκοτρώνη να περάσει και τον παρακαλεί να του δώσει τα όπλα του. Ο Κολοκοτρώνης του απαντά, ότι με αυτά τα όπλα πολέμησε για να ελευθερώσει την πατρίδα του και αυτός, ένας ξένος, του ζητά να του τα παραδώσει; Ο στρατιώτης του είπε πως λυπάται αλλά είχε σαφείς διαταγές. Ο Κολοκοτρώνης παράδωσε τα όπλα του και προχώρησε προς το μέρος που κάθονταν οι τρεις αντιβασιλείς.

Τους χαιρέτησε ευγενικά. Ο Μάουρερ, θυμωμένα, του είπε να αφήσει τις ευγένειες γιατί πολλά ακούγονταν για τις δραστηριότητές του. Ο Χάιντεκ, με αυστηρό ύφος, του δήλωσε ότι είναι πολλά που πρέπει να εξηγήσει. Ο Κολοκοκτρώνης, ήρεμα και σταθερά, απάντησε ότι δεν ένιωθε ότι είχε να απολογηθεί για κάτι. Ζήτησε να τους συναντήσει για να προσπαθήσει να τους πείσει ότι όλα αυτά για τα οποία τον κατηγορούσαν είναι ψέματα και συκοφαντίες.

Ο Άρμανσμπεργκ είπε στο Γέρο του Μοριά να τους δηλώσει κατά πόσο ήταν αλήθεια ότι το περασμένο Δεκαπενταύγουστο πήγε στο μοναστήρι της Αγίας Μονής. Ο στρατηγός απάντησε, ήρεμα, πως ήταν αλήθεια. Δεν ήταν μυστικό ότι αυτό έκανε κάθε Δεκαπενταύγουστο εδώ και πολλά χρόνια. Διερωτήθηκε πού έβρισκαν το κακό. Ο Μάουρερ του απάντησε ότι εκεί είχε μυστικές συναντήσεις με άλλους καπετάνιους. Τον κάλεσε να διαψεύσει το γεγονός ότι ξεσήκωνε το λαό και καλούσε τους πολίτες να υπογράψουν μηνύματα προς τους Ρώσους με τα οποία ζητούσαν να φύγει ο βασιλιάς.

Ο Κολοκοτρώνης απάντησε, με σταθερή φωνή, πως καμμιά μυστική συνάντηση δεν είχε. Σε όλη του τη ζωή, είπε, ό,τι είχε να πει το έλεγε στα φανερά και δε φοβόταν κανένα. Τους κάλεσε να είναι πιο προσεχτικοί με αυτούς που τους παραμύθιαζαν με όλα αυτά τα ψέματα. Ο Χάιντεκ είπε στο στρατηγό ότι οι πληροφορίες έρχονταν από πολλούς. Χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και κουνώντας το δάχτυλο προς τον Κολοκοτρώνη του φώναξε θυμωμένα να προσέξει. Δεν ήταν σε θέση να δίνει συμβουλές σε αυτούς.

Ο Κολοκοτρώνης επανέλαβε ότι δεν οργάνωνε κανένα κίνημα για να ρίξει το βασιλιά. Σε όλη του τη ζωή, είπε, απέδειξε ότι ήξερε το συμφέρον του τόπου του και δεν το θυσίαζε για προσωπικούς λόγους. Ο Αρμανσμπεργκ, ειρωνικά, του είπε ότι θα πρέπει να προσέχει γιατί όπως φαίνεται οι έχθροί του ήταν πάρα πολλοί. Ήρεμα ο Κολοκοτρώνης του δήλωσε πως το ήξερε. Οι πιο επικίνδυνοι όμως από αυτούς, είπε, ήταν το όνομά του και οι υπηρεσίες του προς την πατρίδα. Ο στρατηγός γυρίσε την πλάτη του στους αντιβασιλιάδες, προχώρησε στο στρατιώτη που κρατούσε τα όπλα του, τα πήρε και αποχώρησε.

Λίγες μέρες μετά από αυτή τη συνάντηση ο Κολοκοτρώνης συλλαμβάνεται και οδηγείται στη φυλακή. Κατηγορήθηκε για «εσχάτη προδοσία». Οι εχθροί του Κολοκοτρώνη είχαν κάνει καλά τη δουλειά τους.


 Ο Λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα

 
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (Πίνακας του Θεόφιλου)

Παρακαταθήκη του Γέρου του Μοριά προς τη νέα γενιά. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.

“Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ’ αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ’ αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ’ ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ’ απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ’ επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ’ η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.

Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!”

 

Διαβάστε επίσης