Θανάσης Βέγγος: 9 χρόνια από το θάνατο του καλού μας ανθρώπου..

Θανάσης Βέγγος: 9 χρόνια μετά το θάνατό του – Η τελευταία δημόσια εμφάνισή του [pics]

«Καλοί μου άνθρωποι (…) Ειλικρινά δεν πιστεύω ότι έκανα πάρα πολύ σπουδαία πράγματα στην καριέρα μου. Για ένα πράγμα, όμως, σας διαβεβαιώ: ότι στη γαλέρα της ζωής μου τράβηξα άγριο κουπί».

 

Αγαπήθηκε όσο λίγοι από τον κόσμο και όχι τυχαία. Από τις πιο ευγενικές φυσιογνωμίες, αεικίνητος, αυθεντικός, με μια σεμνότητα που ξάφνιαζε, μοναδικός στο είδος του στον ελληνικό κινηματογράφο, ο Θανάσης Βέγγος εποίησε πραγματικό ήθος, σε όλη του την πορεία, τόσο στη ζωή όσο και στο έργο του.

Το σπάνιο, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήταν αυτή η συνύπαρξη στο ίδιο πρόσωπο του τραγικού και του κωμικού. Η θλίψη και η μελαγχολία συντροφευμένη με το γέλιο και τη χαρά. Ο Έλληνας Σαρλώ. Ο δικός μας Τσάπλιν. Ο ηθοποιός που δεν ερμήνευε, αλλά εξέφραζε τη ζωή, την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια. Αντιπροσώπευε την ψυχή του καθημερινού λαϊκού ανθρώπου αυτού του τόπου. Υπήρξε από μικρός αγωνιστής και για το μεροκάματο, και για την οικογένεια, αλλά και για την κοινωνία.

Νοιαζόταν πολύ για τον άνθρωπο. Ίσως γι’ αυτό στα μάτια του κατοικούσε εκείνη η μελαγχολία. «Δεν βλέπω γέλιο, μόνο χαμόγελα βλέπω» – είχε πει σε μια από τις πολλές τιμητικές εκδηλώσεις που έγιναν για εκείνον τα τελευταία χρόνια. «Σήμερα πλέον ο κόσμος δεν γελάει με τίποτε. Έχει πολλά προβλήματα. Δεν γελάει όπως γελούσε. Έχει ανάγκη να γελάσει, και μεγαλύτερη από παλιά, αλλά δεν γελάει. Είναι πικραμένος ο κόσμος».

“Γνήσιος μαραθωνοδρόμος της ζωής”

Σε όλη του την πορεία, ο Θανάσης Βέγγος αντιπροσώπευε το ρεαλιστικό φουκαρά, αλλά αξιοπρεπή Νεοέλληνα που μονίμως τρέχει. Πάντα σαρωτικός, στις ταινίες του, διακωμωδεί τα τραγικά συμβάντα της φυλής, όπως τα γεννά η τρέχουσα πραγματικότητα.

Ο κινηματογραφικός Θανάσης Βέγγος, είναι η προσωποποίηση του Έλληνα των μεταπολεμικών χρόνων. Με τους αγώνες, την αγωνία για το μεροκάματο, τις μικρές και ελάχιστες χαρές και τις μεγάλες απογοητεύσεις και ήττες. Θα λέγαμε πως κυριολεκτικά σήκωσε στην πλάτη του το μαρτύριο του θεατή χρίζοντάς τον πρωταγωνιστή της μεγάλης οθόνης. Ταυτόχρονα, έγινε ο πιο αγαπητός κλόουν, σκορπίζοντας απλόχερα το γέλιο ως το μοναδικό όπλο επιβίωσης. Ως ήρωας της μεγάλης οθόνης, έτρεξε, αγχώθηκε, πάλεψε, αλλά στο τέλος κατάφερνε πάντα να φέρνει ψωμί στη φαμίλια του. Και όλα αυτά, χωρίς ίχνος ευτελισμού. Και όταν όλο το σύστημα ήταν εναντίον του.

Ο Βέγγος ήταν παιδί της λαϊκής τάξης. Γεννήθηκε στο Νέο Φάληρο, στις 29 Μαΐου του 1927 από τον Βασίλη και την Ευδοκία Βέγγου, των οποίων ήταν και το μοναδικό παιδί. Ο πατέρας του εργαζόταν στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού και στην Κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ. Μετά τον πόλεμο εκδιώχθηκε από τη δουλειά του, εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Γεγονός που προκάλεσε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στην οικογένεια και ο Θανάσης Βέγγος αναγκάστηκε για πολλά χρόνια να ασχολείται με επεξεργασίες δερμάτων, ενώ παράλληλα έκανε διάφορα μικροθελήματα, όπως διανομή πάγου. Ως διανομέας πάγου, αργότερα θα γνωρίσει την γυναίκα του Ασημίνα με την οποία θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής του, αποκτώντας δύο γιους.

Κατά τα ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου, ο Θανάσης Βέγγος, ως παιδί ΕΑΜίτη, εστάλη να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, ουσιαστικά ως εξόριστος, στη Μακρόνησο. Εκεί γνωρίστηκε με τον Νίκο Κούνδουρο, επίσης εξόριστο, που στη συνέχεια του χάρισε τον πρώτο του κινηματογραφικό ρόλο στη «Μαγική Πόλη».

Ο Κούνδουρος, όταν απολύονταν, του είπε: “Θανάση, κάποια στιγμή, θα κάνουμε ταινία και θα σε φωνάξω και σένα να πάρεις μέρος”, έτσι κι έγινε. Ο Βέγγος, βέβαια, όταν απολύθηκε, επέστρεψε στην κανονική του δουλειά, κάπου στο Μοναστηράκι, (ήταν ένας πάρα πολύ καλός κατασκευαστής δερμάτινων ειδών) και ξέχασε τελείως την ιστορία του Κούνδουρου, ώσπου κάποια στιγμή, όταν ο Νίκος ετοιμαζόταν να γυρίσει την πρώτη του ταινία, τη “Μαγική Πόλη”, τον φώναξε.

Αυτοδίδακτος, αλλά εξαιρετικό ταλέντο. Ουσιαστικά σ’ αυτήν την ταινία ξεκίνησε σαν τεχνικός, ενώ έπαιξε και έναν πολύ μικρό ρόλο. Στη συνέχεια το 1956 ο Κούνδουρος, αναγνωρίζοντας πρώτος τις δυνατότητές του, του εμπιστεύεται ένα σημαντικό ρόλο, τον «Δράκο», ταινία βασισμένη σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Από αυτήν την ταινία φάνηκε η δυνατότητά του να εκφράζει, σωματικά, τη μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού. Ο άνθρωπος που τρέχει, που θέλει όλα να είναι τακτοποιημένα, να μην υπάρχει σκόνη, να αποκατασταθεί η αρχοντιά, έστω με τα απλά και φτωχά μέσα που διαθέτει.

Ο Νίκος Κούνδουρος, σε εκδήλωση προς τιμήν του Θανάση Βέγγου, το 2004 είχε χαρακτηρίσει τον σπουδαίο αυτό ηθοποιό «εθνικό σύμβολο», ενώ, μεταξύ άλλων, είχε πει ότι «ο Βέγγος έχει καταφέρει εν ζωή να είναι ένας μύθος. Είναι παρών, είναι αναλλοίωτος, δεν έχει προχωρήσει στο ελάχιστο τη μανιέρα του, είναι μοναδικός. Ο Βέγγος δε χρειάζεται σκηνοθέτη, τον έχει καταργήσει και, σε ένα σημείο, έχει μισοκαταργήσει τον σεναριογράφο. Και επιβάλλει αυτό που είναι».

Στην ίδια εκδήλωση του 2004, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος θυμήθηκε τον Θ. Βέγγο «να δίνει εξετάσεις σε επιτροπή ταλέντων και να μην μπορεί να επικοινωνήσει με την επιτροπή», διότι, όπως είπε, «αυτός ο μανικός ηθοποιός έφερνε στη σκηνή τον εαυτό του, ενώ οι τυπολάτρες της επιτροπής απαιτούσαν να πει κείμενο. Κανένας από τους ανθρώπους της επιτροπής δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι είχε μπροστά του τη γέννηση ενός φυσικού φαινομένου, που είναι σπάνιο στο θέατρο. Ο Βέγγος έχει “εφεύρει” τον εαυτό του. Δεν ακουμπάει πουθενά, δεν έχει μιμητές, δε δημιούργησε σχολή. Έκανε μύθο τις ευκολίες του, τις τεχνικές του, ακόμη και τις αδυναμίες του. Το πώς θα είναι και θα συμπεριφέρεται. Όλος ο χειρονομημένος λόγος του περνούσε μέσα από το δικό του κώδικα και δεν τον όφειλε σε κανέναν άλλον. Όντως είναι ένας υποκριτικός μύθος αυτού του τόπου. Ανοικονόμητος ηθοποιός. Δεν μπορούσε να τον χωνέψει η θεατρική σκηνή. Τον θυμάμαι στο “Δελφινάριο”, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί είναι η πιο πλατιά θεατρική σκηνή στην Αθήνα. Ε, λοιπόν, έβγαινε έξω από τη σκηνή. Δεν του έφτανε αυτή η σκηνή. Διότι κουβαλούσε ένα ιδίωμα που δεν μπορούσε να το προβλέψει ούτε η θεατρική αρχιτεκτονική. Σωματοποίησε την αίσθηση, την έννοια και τις διαδικασίες του Καραγκιόζη. Ο Καραγκιόζης είναι μια φιγούρα που κάθε φορά υπηρετεί μια υπόθεση: Γραμματικός, αεροπόρος, νύφη. Αυτό έκανε ο Βέγγος. Είναι ο μοναδικός ηθοποιός, που ουσιαστικά ταυτίστηκε με τους ρόλους του».

Όλα τα υπόλοιπα είναι πολύτιμο κομμάτι της ιστορίας μας. Άλλωστε, ο καλό μας άνθρωπος έχει παίξει σε πάρα πολλές θεατρικές παραστάσεις και σε 126 ταινίες συνολικά, στις 52 εκ των οποίων μάλιστα σε πρωταγωνιστικό ρόλο και έχει σκηνοθετήσει (πρωταγωνιστώντας ταυτόχρονα) ακόμη επτά ταινίες. 

Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στο ελληνικό κοινό με ταινίες όπως «Ψηλά τα χέρια Χίτλερ», «Μην είδατε τον Παναή», «Ζήτω η τρέλα», «Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης». Η στενή σχέση του με τον σκηνοθέτη Ντίνο Κατσουρίδη τον οδηγεί στο θρίαμβο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το 1971 με την ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;». Κοινό και κριτικοί τον αποθεώνουν και αποσπά το βραβείο Α΄ανδρικού ρόλου. Ένα χρόνο μετά, ο ρόλος του στην ταινία «Θανάση, πάρε το όπλο σου!» του χαρίζει ένα ακόμη βραβείο Α΄ανδρικού ρόλου.

Στην τηλεόραση εμφανίστηκε στις σειρές: «Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης» (ΑΝΤ1, 1990), «Έρωτας, όπως έρημος» (ΝΕΤ, 2003), «Περί ανέμων και υδάτων» (Mega, 2002), «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου» (ΑΝΤ1, 2006), «Βεγγαλικά» (ΕΡΤ) και «Η Θεσσαλονίκη της νοσταλγίας μας» (ΕΤ3, 2009)..

Η μεγάλη στιγμή για τον Θανάση Βέγγο,  σε ότι αφορά στη θεατρική του πορεία ήλθε το 1995, όταν το Ανοιχτό Θέατρο και ο Γ. Μιχαηλίδης τον καλούν να παίξει στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, τον Τρυγαίο στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη. Ο Θανάσης Βέγγος με την εμπειρία και με το λαϊκής φλέβας κωμικό ταλέντο του έπλασε έναν πληθωρικό, απολαυστικό Τρυγαίο.

Αλλά και στη συνέχεια πάλι με το Ανοιχτό Θέατρο το 1998, βλέποντάς τον να υποδύεται τον Δικαιόπολι από τους «Αχαρνής», εύκολα κανείς αναρωτιέται γι’ αυτήν την πορεία του Βέγγου, που ίσως ήρθε αργά. Ο Θανάσης Βέγγος, με τον καθαρά προσωπικό, γοητευτικότατο ερμηνευτικό του κώδικα, πρόβαλε στον Δικαιόπολι τον ασίγαστο πόθο του απλού ανθρώπου για την ειρήνη και τις χαρές της ζωής, αλλά και τον μεγάλο αγώνα που αξίζει και οφείλει να κάνει ο ίδιος, ενάντια στους κάθε λογής πολεμοκάπηλους και στο παράλογο του πολέμου.

Τη δεκαετία του ’80 αποσύρεται από το σινεμά και κάνει λίγες βιντεοταινίες, για να επανέλθει το 1991 με τις «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου» του Παντελή Βούλγαρη (ταινία για την οποία βραβεύεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το βραβείο Β` ανδρικού ρόλου). Ακολουθούν «Το βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1995), «Όλα Είναι Δρόμος» (1998), «Ψυχή Βαθιά» (2009) του Βούλγαρη, ενώ τελευταία ταινία του ήταν «Το πέταγμα του κύκνου» (2010) του Ν. Τζήμα. Η ερμηνεία του στις τελευταίες αυτές ταινίες έχει πια διαφοροποιηθεί, είναι χαμηλών τόνων, αλλά μεγάλης εκφραστικότητας.

 

 

 Είναι σπάνιες οι φορές, που τα σπουδαία επίθετα που αποδίδονται σε κάποιον δεν θεωρούνται υπερβολικά. Αρκούσε να παρατηρεί κανείς τον Θανάση Βέγγο στις δημόσιες εμφανίσεις του, κυρίως στις τιμητικές εκδηλώσεις που γινόταν με πολλή αγάπη για το δικό τους Θανάση, για να καταλάβει τη γνήσια σεμνότητα, την πραγματική «στόφα» του λαϊκού καλλιτέχνη.

Σε μια τέτοια βραδιά προς τιμήν του στον Κορυδαλλό, είχε πει: «Καλοί μου άνθρωποι… Πρέπει να κουραστήκατε απ’ αυτήν την ακατάσχετη βεγγολογία – εγώ πάντως κουράστηκα. Το χάρηκα, αλλά κουράστηκα. Ειλικρινά δεν πιστεύω ότι έκανα πάρα πολύ σπουδαία πράγματα στην καριέρα μου. Για ένα πράγμα, όμως, σας διαβεβαιώ: ότι στη γαλέρα της ζωής μου τράβηξα άγριο κουπί»… και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Πώς να μην αγαπήσεις έναν τέτοιο άνθρωπο;

 

 

 

 

 

 

 

Διαβάστε επίσης