“Ζώντας με το φόβο” και “Είμαστε όλοι πράγματι;” Δύο άρθρα μετά την τρομοκρατική επίθεση στις Βρυξέλλες

Τρομοκρατική επίθεση στις Βρυξέλλες

Δεν ένιωσα καμία έκπληξη σήμερα το πρωί, όταν ξύπνησα και έμαθα για τις επιθέσεις στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών. Μετά το Charlie Hebdo, το χτύπημα στο Παρίσι το Νοέμβριο, το lock-down, το κυνηγητό, και τελικά την σύλληψη του Αμπντεσλάμ, αυτό ήταν το αναμενόμενο. Ετοιμαζόμουν για να πάω στη δουλειά, όταν έσκασε και η τρίτη βόμβα στο μετρό. Εκείνη τη στιγμή, για έναν καθαρά συμβολικό λόγο, ένιωσα πως ναι, αυτό το πράγμα με αφορά, αφορά την καθημερινότητά μου.

Σχεδόν αμέσως άρχισαν τα τηλεφωνήματα και τα μηνύματα, να μάθουμε αν είναι όλοι καλά και ασφαλείς. Σύντομα η κινητή τηλεφωνία μας πρόδωσε, οι σειρήνες των περιπολικών και των ασθενοφόρων έγιναν η σταθερή μουσική υπόκρουση, οι πληροφορίες έφταναν συγκεχυμένες, πόσοι νεκροί, πόσοι τραυματίες, η τάδε φίλη που ξέρουμε πως παίρνει αυτό το μετρό τέτοια ώρα περίπου καθημερινά -ευτυχώς δεν είναι στις Βρυξέλλες αυτές τις μέρες.

Ακολούθησαν οι οδηγίες από το κράτος: μην κυκλοφορείτε, μη στέκεστε κοντά στα παράθυρα, κρατείστε τα κλειστά, μην πάτε στη δουλειά, οι γονείς να πάρουν τα παιδιά από τα σχολεία, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια κλείνουν, επίπεδο συναγερμού 4. Και το διάγγελμα του πρωθυπουργού που «δεν έχει καμία απόδειξη πως οι επιθέσεις συνδέονται με την πρόσφατη σύλληψη του Αμπντελσλάμ» -μόνο που λίγες ώρες μετά, ανέλαβε την ευθύνη για τις επιθέσεις ο ISIS, διαψεύδοντας τους ενδοιασμούς του..

Στην αρχή, το σκηνικό μου θύμισε το σεισμό του ’99 στην Αθήνα: τα δεκάδες τηλεφωνήματα, οι γραμμές που έπεφταν, ο πανικός και οι σειρήνες. Μόνο που ο σεισμός ήταν μια φυσική καταστροφή. Τούτη εδώ ήταν προαναγγελθείσα και μόνο οι στρουθοκάμηλοι θα μπορούσαν να εκπλαγούν. Εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο, στις Βρυξέλλες ζούμε σε καθεστώς συναγερμού. Σχεδόν συνηθίσαμε την παρουσία των φαντάρων με τα αυτόματα και των στρατιωτικών οχημάτων στους δρόμους. Κι όμως, η στρατιωτικοποίηση της καθημερινότητάς μας δεν απέτρεψε το χτύπημα.

Γιατί καμία δύναμη και κανένας στρατός στον κόσμο δεν μπορεί να αποτρέψει αυτόν που έχει αποφασίσει να πεθάνει και να πάρει όσους περισσότερους μπορεί μαζί του. Γιατί όποιος σπέρνει βόμβες, θερίζει τρομοκρατικά χτυπήματα. Τα σημερινά χτυπήματα στη βελγική πρωτεύουσα, είναι μια ακόμα χάντρα στο κομπολόι που ξεκινά από τις έμμεσες ή άμεσες και συνήθως αιματηρές παρεμβάσεις της Δύσης στις αραβικές χώρες,, περνάει από τις βάρκες των θαλασσοδαρμένων προσφύγων στο Αιγαίο, συνεχίζεται στις υποβαθμισμένες συνοικίες των μεταναστών στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και καταλήγει ακριβώς το αιματοκύλισμά τους.

Λίγη ώρα πριν τα χτυπήματα, ένα άρθρο στη βελγική Soir, ενημέρωνε πως η κυβέρνηση σχεδιάζει να θεσμοθετήσει την αυτόματη προσαγωγή και έλεγχο ανθρώπων που επιστρέφουν στο Βέλγιο από τη Συρία.

Λίγο μετά τα χτυπήματα, και ενώ ακόμα οι πληροφόρηση ήταν ασαφής, εκπρόσωπος της μουσουλμανικής κοινότητας στις Βρυξέλλες έκανε έκκληση στους μουσουλμάνους να σταθούν δίπλα στα θύματα και τους συγγενείς τους, και στους Ευρωπαίους να μην στιγματίσουν τους μουσουλμάνους. Λίγες μέρες νωρίτερα, βέβαια, το γαϊτανάκι του στιγματισμού των προσφύγων έφτανε σε κρεσέντο, με την απόφαση της Συνόδου Κορυφής, που έλαβε χώρα στην ίδια πόλη που σήμερα το πρωί δεχόταν το τρομοκρατικό πλήγμα.

Στις Βρυξέλλες σήμερα όλοι και όλα μοιάζουν να έχουν παγώσει. Από αύριο και ενώ η πόλη θα μαζεύει τα κομμάτια της, το πιθανότερο είναι πως ο κύκλος του τρόμου θα κλιμακωθεί κι άλλο. Και ενώ οι Ευρωπαίοι θα εκπαιδεύονται στο φόβο, οι πρόσφυγες θα συνεχίζουν να βιώνουν την απόγνωση πίσω από συρματοπλέγματα και φράχτες.


Ασθενοφόρα στο δρόμο μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις Βρυξέλλες

 “Είμαστε όλοι” πράγματι; του Παντελή Μπουκάλα από την “Καθημερινή”

Όποτε σπεύδουμε να σχηματίσουμε μια φαντασιακή ολότητα και να ενταχθούμε σ’ αυτήν, λέγοντας «Είμαστε όλοι Γάλλοι» προ μηνών, με το «Μπατακλάν», «Είμαστε όλοι Βέλγοι» τώρα, «Είμαστε όλοι Παλαιστίνιοι» παλαιότερα ή «Είμαστε όλοι μετανάστες» (ή πρόσφυγες), όπως επιμένουν τα επιτοίχια συνθήματα, ξέρουμε κατά βάθος πως ούτε το «όλοι» ισχύει ούτε το «είμαστε». Για μια δήλωση συγκίνησης πρόκειται. Για μια κατάθεση καλής προαίρεσης, που έχει τα όριά της, πολιτικά, γεωγραφικά, χρονικά και άλλα. Για παράδειγμα, αν δεν κάνω λάθος, δεν ήταν πολλοί όσοι εκτός Τουρκίας δήλωσαν «Είμαστε όλοι Τούρκοι» μετά τις βομβιστικές επιθέσεις στην Αγκυρα και την Κωνσταντινούπολη. Περίπου σαν να το θεωρούμε «φυσικό» να συμβαίνουν τέτοια πράγματα «εκεί».

Ξέρουμε επίσης ότι, ακόμη κι αν ίσχυαν μέχρι κεραίας και τα δύο, και το «όλοι» και το «είμαστε», και δεν αποτελούσαν από κοινού απλώς ένα ξόρκι, και πάλι δεν θα είχαν την απαιτούμενη δύναμη για να αποτρέψουν το κακό. Δεν θα μπορούσαν καν να προσφέρουν την αναγκαία παραμυθία και να επουλώσουν τις βαθιές πληγές που αφήνει πίσω του ο θάνατος. Δεν θα μπορούσαν να αναιρέσουν την παραλυτική του σώματος και διαλυτική του πνεύματος αίσθηση πως είναι όλα μάταια –οι περιπολίες, οι έλεγχοι, τα έξυπνα σαρωτικά μηχανήματα– και όλα στον αέρα, απροστάτευτα. H μείωση της προσωπικής ελευθερίας και η συρρίκνωση των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, που παρουσιάζονται σαν αντίτιμο (ακριβό) για την ενίσχυση της ασφάλειας, ελάχιστα αποφέρουν.

Η νέα πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση, στις Βρυξέλλες τώρα, την τεχνοκρατική και γραφειοκρατική πρωτεύουσα της Ευρώπης, δεν έγινε σε στιγμές ρουτινιάρικης ή μερικής επαγρύπνησης αλλά πλήρους. Η πόλη και η χώρα, εξαιτίας της πρόσφατης σύλληψης του εγκεφάλου των επιθέσεων στη Γαλλία, αλλά και λόγω του κεντρικού χαρακτήρα της στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, βρισκόταν από καιρό σε συναγερμό. Με πάνοπλους στρατιώτες και αστυνομικούς (φανερούς και μυστικούς) εν εγρηγόρσει. Και με «μεγάλους αδερφούς» να παρακολουθούν τηλέφωνα και μέσα δικτύωσης. Αποτέλεσμα όμως δεν υπήρξε, τουλάχιστον στο αεροδρόμιο και στο μετρό, μια και ανακοινώθηκε ότι βρέθηκαν και αλλού αρματωμένα γιλέκα και σακίδια. Το δόγμα «λιγότερη δημοκρατία ίσον περισσότερη ασφάλεια», η επιβολή του οποίου παρουσιάζεται σαν υποχρεωτική, αποδείχθηκε ανεπαρκώς αποτελεσματικό, αν όχι πλήρως ατελέσφορο.

Αναδείχθηκαν έτσι, και πάλι, διπλά κερδισμένοι οι τρομοκράτες του φασιστικού Χαλιφάτου. Δεν είναι η θρησκεία ο κύριος στόχος του φανατισμού τους. Η δημοκρατία είναι. Αυτήν θέλουν να σκοτώσουν με τις ενσώματες βόμβες τους. Και αυτήν οφείλει να κρατήσει όρθια η Ευρώπη, με όλες τις πληγές της, διατηρώντας άθικτες και τις θεμελιώδεις αξίες της. Μόνον έτσι δεν θα καταντήσουν οι πρόσφυγες διπλά θύματα: της τρομοκρατίας στην πατρίδα τους, της ξενοφοβίας στην Ευρώπη.

 

Διαβάστε επίσης