16.01.1980: Αρχίζει η δεύτερη μεγαλύτερη απεργία του κλάδου των τραπεζοϋπαλλήλων, γνωστή ως απεργία των 39 ημερών, που αφορούσε το ωράριο και την υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.

Στις 16 Ιανουαρίου 1980 η ΟΤΟΕ εξήγγειλε απεργία. Εκτός από το ζήτημα της αποκατάστασης του ωραρίου, που είχε αλλάξει το 1979, οι απεργοί διεκδικούσαν αυξήσεις 30% στους μισθούς, συνδικαλιστικές ελευθερίες και συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Είναι η περίφημη απεργία των 39 ημερών, που συνταράσσει τη λειτουργία της αγοράς.

Είχε προηγηθεί η πολυήμερη απεργία του 1979, που έληξε με πολιτική επιστράτευση των απεργών. Συγκεκριμένα στις 3 Ιουλίου 1979, η κυβέρνηση Καραμανλή ανακοίνωσε την αλλαγή του ωραρίου των εργαζομένων στις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Το καθιερωμένο ωράριο ήταν από τις 7.45 π.μ. έως τις 3.30 μ.μ, Δευτέρα έως Παρασκευή, ενώ το νέο που μεθοδευόταν ήταν από τις 9 π.μ. μέχρι τις 5.30 μ.μ., με μία ώρα μεσημβρινή διακοπή. Το ωράριο αυτό θα ίσχυε από την 1η Αυγούστου 1979.

Σε ορισμένα υποκαταστήματα, προβλεπόταν η δυνατότητα να αντικατασταθεί η αργία του Σαββάτου με την αργία της Δευτέρας. Αυτό θα σήμαινε πως το προσωπικό θα ήταν μειωμένο κατά 50% την πρώτη μέρα της εβδομάδας. Μαζί με την αλλαγή του ωραρίου και την αναστολή των προσλήψεων, το συνδικάτο των τραπεζικών έβλεπε την εντατικοποίηση της εργασίας.

Οι κυβερνητικές αποφάσεις ήρθαν σε μια περίοδο που η Ελλάδα προετοίμαζε την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), ενώ η παγκόσμια ενεργειακή κρίση του ’79 είχε αρχίσει να επηρεάζει την οικονομία. Υπήρξαν, άλλωστε, δηλώσεις στον Τύπο της εποχής που κυβερνητικοί εκπρόσωποι παραδέχονταν ότι στόχος των νέων μέτρων ήταν εναρμόνιση των ελληνικών με τις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Στις 4 Ιουλίου 1979 οι τραπεζοϋπάλληλοι κήρυξαν απεργία. Η συμμετοχή ήδη από την πρώτη μέρα ήταν μαζική, με τα ποσοστά να φτάνουν μέχρι και το 95% σε σύνολο τριάντα χιλιάδων τραπεζοϋπαλλήλων. Τη δεύτερη μέρα της απεργίας, περίπου 2.500 εργαζόμενοι στις ασφαλιστικές εταιρείες μπήκαν στον απεργιακό αγώνα. Οι πολιτικοί αρχηγοί της αντιπολίτευσης τάχθηκαν υπέρ των απεργών, κάνοντας λόγο για «απαράδεκτες αποφάσεις» και για μέτρα που δεν «σέβονται τις ελληνικές και ιδιαίτερες συνθήκες».

Απεργιακή συγκέντρωση έξω από τα γραφεία της ΟΤΟΕ

 

Η προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τους απεργούς

Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση παρέμενε πιστή στην απόφασή της, με τον Υπουργό Συντονισμού Κ. Μητσοτάκη να δηλώνει πως «δεν πρόκειται να επανασυζητηθεί η απόφαση που ελήφθη». Την ίδια στιγμή, η απεργία των τραπεζικών είχε προκαλέσει σοβαρά κωλύματα. Από τις συναλλαγές ιδιωτών, επιχειρήσεων και τουριστών, μέχρι την καταβολή μισθών και συντάξεων.

Στις 9 Ιουλίου 1979, ο πρόεδρος της ΟΤΟΕ Επαμεινώνδας Μαρουλίδης κλήθηκε στη Γενική Ασφάλεια για προανακριτική εξέταση, ύστερα από εντολή της Εισαγγελίας Αθηνών, να διερευνηθεί αν η απεργία είναι νόμιμη ή όχι. Την ίδια ώρα οι διοικήσεις των τραπεζών απειλούσαν με απολύσεις, κυρίως τους συμβασιούχους.

Η αναμέτρηση μεταξύ κυβέρνησης και απεργών είχε δημιουργήσει ένα τεταμένο κλίμα στην πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας. Στην προσπάθειά της να σταματήσει την απεργία στις τράπεζες, η κυβέρνηση ζήτησε από τους διοικητές των τραπεζών να δώσουν κατάλογο που να αναφέρει το 20% των υπαλλήλων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως απεργοσπαστικός μηχανισμός. Ταυτόχρονα, επέτρεψε στις τράπεζες να προσλάβουν συμβασιούχους και συνταξιούχους για να δουλέψουν, ενώ αδειοδότησε αγροτικούς συνεταιρισμούς και ταχυδρομικά ταμιευτήρια για να πραγματοποιήσουν μια σειρά από τραπεζικές εργασίες.

Η πολιτική επιστράτευση 11 Ιουλίου 1979.

Το μέτωπο των απεργών δεν σπάει. Η απεργία συνεχιζόταν για έβδομη συνεχόμενη μέρα και στα κυβερνητικά γραφεία επικρατούσε σύγχυση. Η κυβέρνηση έπρεπε να αναδειχθεί νικήτρια στην αναμέτρηση με τους τραπεζικούς, προκειμένου οι οικονομικές επιπτώσεις της απεργίας να μην προκαλέσουν και διάλυση στην κυβέρνηση.

Στις 11 Ιουλίου, ο Υπουργός Συντονισμού εισηγήθηκε και προχώρησε στην πολιτική επιστράτευση των απεργών. Η επιστράτευση ήταν αόριστης διάρκειας και αφορούσε 5.000 υπαλλήλους, το 15% περίπου των 30.000 τραπεζοϋπαλλήλων. Τα αιτήματα των απεργών δεν ικανοποιήθηκαν και το ωράριο που διαμορφώθηκε ήταν Δευτέρα έως Πέμπτη 9 π.μ. έως 3.45 μ.μ. και Παρασκευή 8.45 π.μ. έως 4.45 μ.μ. Ήταν η πρώτη πολιτική επιστράτευση στην Ελλάδα.

Η απεργία των 39 ημερών

Στις 16 Ιανουαρίου του 1980 η ΟΤΟΕ εξήγγειλε και πάλι απεργία διαρκείας. Εκτός από το ζήτημα της αποκατάστασης του ωραρίου, οι απεργοί διεκδικούσαν αυξήσεις 30% στους μισθούς, συνδικαλιστικές ελευθερίες, κατάρτιση και εφαρμογή οργανισμών, αποσυσχέτιση των αυξήσεων από την υπηρεσιακή εξέλιξη και  συλλογικές συμβάσεις εργασίες. Η συμμετοχή ήταν και πάλι μαζική.

Ο Υπουργός Εργασίας, Κωνσταντίνος Λάσκαρης προέβη σε δηλώσεις χαρακτηρίζοντας τους τραπεζικούς ως «προνομιούχους» υπαλλήλους, ενώ ισχυρίστηκε πως η απεργία οφειλόταν σε “εξωτραπεζικές κινήσεις με αποκλειστικούς στόχους πολιτικές και μόνο επιδιώξεις”. Για υποκινητές μιλούσαν και οι διοικητές των τραπεζών. Σε εσωτερική εγκύκλιο της Εμπορικής Τράπεζας σημειωνόταν χαρακτηριστικά πως «μερικοί απεργείτε γιατί τέτοιες οδηγίες έχετε πάρει από δυνάμεις εξωτραπεζικές, που σας κατευθύνουν».

Στις 20 Φεβρουαρίου το παλιό ωράριο εργασίας ανακτήθηκε, αλλά ο κλάδος αποφάσισε την συνέχεια της απεργίας και για τα υπόλοιπα αιτήματα. Οι διοικήσεις των τραπεζών έδωσαν εντολή στους διευθυντές να τηλεφωνούν στους υπαλλήλους για να μάθουν αν θα απεργήσουν ή όχι, με την απειλή ότι προετοιμάζονται απολύσεις. Λίγες μέρες νωρίτερα, κυκλοφόρησε καταγγελία ότι η Χωροφυλακή καλούσε τους απεργούς να επιστρέψουν στη δουλειά, με την απειλή της σύλληψης. Η Εισαγγελία Αθηνών, άσκησε δίωξη κατά του προεδρείου της ΟΤΟΕ, επειδή η απεργία συνεχίστηκε, παρά την παραπομπή σε διαιτησία.

Η απεργία που είχε ξεκινήσει στις 17 Ιανουαρίου του 1980, έληξε στις 24 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, μετά τη σύσκεψη των τραπεζικών που διήρκησε 16 ώρες! Με τη λήξη της οριστικοποιήθηκε η εφαρμογή της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας. Ήταν η εποχή των μεγάλων συνδικαλιστικών διεκδικήσεων, με δυναμικές απεργίες και δικαιώματα, που κατακτήθηκαν με σκληρούς αγώνες. Οι κατακτήσεις  των τραπεζοϋπαλλήλων λειτούργησαν ως πιλότος και για άλλους κλάδους, αφού ένα χρόνο μετά, το πενθήμερο θα επεκταθεί στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα ΝΠΔΔ.

Με την ΟΤΟΕ, το ισχυρό συνδικάτο της δεκαετίας του ’80 θα «αναμετρηθεί» και η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1982, με την απεργία των 42 ημερών. Η απεργία -παρά την προσπάθεια συνδικαλιστών του ΠΑΣΟΚ που ρίχνουν το σύνθημα «αγωνιστικής απεργοσπασίας»- λήγει τον Ιούλιο του 1982 με την υπογραφή συλλογικής σύμβασης και το Ενιαίο Μισθολόγιο γίνεται νόμος του κράτους.

Η δύναμη της ΟΤΟΕ μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’80 είναι τόσο μεγάλη, που καταφέρνει – επί προεδρίας Αλέκου Πουλαρίκα – να επιβάλει με σύμβαση την πρόσληψη των απολυθέντων από τις ξένες τράπεζες συνδικαλιστών σε τράπεζες του κρατικού τομέα. Είναι η εποχή των σκληρών αναμετρήσεων στις ξένες τράπεζες, όπως η ΑRΑΒ Βαnk, Bank of Chicago, Chase Manhatan, Continental, αλλά και στην Τράπεζα Πίστεως. Μια σχετικά ασήμαντη για τα σημερινά δεδομένα αφορμή, όπως ήταν η τοποθέτηση ηλεκτρονικού μέσου για το «χτύπημα της κάρτας», προκαλεί απεργία με διάρκεια δύο μηνών και κατάληψη του dealing room της τράπεζας.

Διακριτές οι προσωπικότητες των συνδικαλιστών της εποχής, διέθεταν κύρος και συσπείρωναν τους εργαζομένους, παρόλη την πολιτική και κομματική αντιπαλότητα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Ξεχωρίζουν, η Μίνα Γιάννου, ο Στέλιος Παπαϊωάννου, η Λαμπρινή Μακρόγλου, ο Χάρης Παπαμάργαρης, ο Γ. Ραυτόπουλος, ο Δημήτρης Παφίλης, ο Αλέκος Πουλαρίκας, ο Σωτήρης Αντωνίου, ο Μανώλης Μαυροφόρος, ο Νίκος Πίσκοπος, ο Τάσος Λιουδάκης. Εξάλλου ο πρόεδρος της Βουλής της πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ο Γιάννης Αλευράς ήταν ο πρώτος πρόεδρος της Ομοσπονδίας το 1955.

Δυστυχώς σήμερα η ΟΤΟΕ έχει χάσει πολύ μεγάλο μέρος από την παλιά της αίγλη και δυναμική. Ο δρόμος της καταστρατήγησης του ωραρίου εργασίας έχει ανοίξει για τα καλά στην πράξη, αφού είναι πλέον γεγονός η απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας για ορισμένο αριθμό καταστημάτων ανά τράπεζα και η λειτουργία καταστημάτων το Σάββατο. Επιπλέον στις  ημέρες μας έχουμε εκτεταμένη την τηλεργασία, που φοβόμαστε ότι ήλθε για να μείνει μόνιμα στις τράπεζες και μετά το τέλος της πανδημίας. Πολλά έχουν αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια στο χώρο των τραπεζών. Όμως οι εργαζόμενοι συνάδελφοι πρέπει να βρουν το βηματισμό τους και να συνεχίσουν να διεκδικούν τα δικαιώματά  τους, μέσα στις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί. Ένα είναι βέβαιο και ιστορικά επιβεβαιωμένο. Ότι τόσο σε εμάς όσο και στους πριν από εμάς, τίποτα μα τίποτα δεν μας χαρίστηκε! Όλα τα κατακτήσαμε με μεγάλους αγώνες και θυσίες! Και φυσικά ούτε και πρόκειται να χαριστεί τίποτα σε κανέναν! Μόνον με αγώνες και θυσίες ανοίγονται δρόμοι για ένα καλλίτερο αύριο!

Διαβάστε επίσης