Μάνος Ελευθερίου: Ο «Μάγκας-Πρίγκιπας» του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού

Μάνος Ελευθερίου / Φωτογραφία: Instagram minculturegr

Στις 22 Ιουλίου του 2018, έφυγε από τη ζωή ο πολυσχιδής πνευματικός δημιουργός Μάνος Ελευθερίου.

Ο αείμνηστος Μάνος Ελευθερίου αποτέλεσε ορόσημο πνευματικής ακτινοβολίας και προσφοράς στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι του τόπου μας, αφήνοντας πίσω του πολύτιμη πολιτιστική κληρονομία ένα μοναδικά πλούσιο έργο. Υπήρξε ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκφραστές του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού και δημιούργησε σε μία εποχή όπου το πιο σθεναρό είδος αντίστασης ήταν αυτό της λογοτεχνίας, καταυγάζοντας με την λαμπρή του πένα την καταχνιά της χούντας.

Ο πολυπράγμων καλλιτέχνης εκφράστηκε κυρίως μέσα από την ποίηση, τη στιχουργία και την συγγραφή αλλά ασχολήθηκε παράλληλα ενδελεχώς με τη ζωγραφική, τη ραδιοφωνική παραγωγή, την ιστοριογραφία και την επιμέλεια φωτογραφικών άλμπουμ καθ΄ όλη την πορεία της ζωής του.

Ο εμβληματικός συνθέτης γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1938 στην Ερμούπολη της Σύρου, την οποία αγάπησε βαθιά και εγκωμίασε συχνά στα έργα του. Σε ηλικία 14 ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα και το 1955 γνωρίστηκε με τον Άγγελο Τερζάκη, ο οποίος τον παρακίνησε να παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής ως ακροατής στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έναν χρόνο αργότερα γράφτηκε στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Σταυράκου, με καθηγητές τον Χρήστο Βαχλιώτη, Γιώργο Θεοδοσιάδη και Γρηγόρη Γρηγορίου.

Το 1960 βρέθηκε στα Ιωάννινα για να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία όπου άρχισε για πρώτη φορά να γράφει θεατρικά έργα και ποιήματα. «Κατάλαβα ότι είμαι συγγραφέας, ότι θα αφιερωθώ σε αυτό, όταν πήγα στρατιώτης στα Γιάννενα» είχε πει ο ίδιος. «Μου είχαν παραχωρήσει και μια γραφομηχανή σε μια μικρή αποθήκη που είχα σαν δικό μου δωμάτιο κι έγραφα ακατάπαυστα, θεατρικά έργα και ποιήματα. Τα περισσότερα τα έσκισα και σώθηκαν μόνο τρία που. Νόμιζα ότι τα είχα καταστρέψει κι αυτά, αλλά επέζησαν από αυτή την παραξενιά της τύχης».

Τον Μάρτιο του 1962, σε ηλικία μόλις 24 ετών δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός», ενώ την ίδια χρονιά βραβεύτηκε σε ποιητικό διαγωνισμό του φοιτητικού περιοδικού «Πανσπουδαστική» με μέλη της κριτικής επιτροπής τους ποιητές Γιάννη Ρίτσο, Νικηφόρο Bρεττάκο, Οδυσσέα Ελύτη και τον κριτικό Ανδρέα Καραντώνη.

Στη διάρκεια της μακράς καριέρας του, ο πολύπλευρος λογοτέχνης έγραψε στίχους για πάνω από 400 τραγούδια, τα οποία μελοποίησαν μερικοί από τους σημαντικότερους συνθέτες της τελευταίας πεντηκονταετίας, μεταξύ άλλων ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και ο Θάνος Μικρούτσικος.

Ο «μάγκας-πρίγκηπας» της λαϊκής ποίησης

Παρ’ ότι το όνομα του συνιστά λαμπρό σημείο αναφοράς στην πνευματική ιστορία της χώρας μας, ο Μάνος Ελευθερίου ήταν ένας άνθρωπος σεμνός και προσγειωμένος και παρέμεινε έτσι ως το τέλος. Όλη του η ζωή αποτέλεσε ένα μακρόσυρτο μάθημα στην ταπεινοφροσύνη ενώ η υστεροφημία του τον άφηνε παγερά αδιάφορο. «Δε θέλω να μου κάνουν προτομή. Αν μου κάνουν προτομή στη Σύρο, να πηγαίνεις κάθε βράδυ και να τη μουτζουρώνεις με μαύρο σπρέι» είχε πει χαρακτηριστικά στην αδελφή του. Δεν αισθάνθηκε ποτέ ότι του χρωστάνε, γι’ αυτό και υιοθέτησε μια έντιμη θεώρηση του κόσμου με ανοχή και χωρίς προκαταλήψεις.

Το επιδραστικό έργο του Μάνου Ελευθερίου δοξάστηκε από το καλλιτεχνικό σινάφι της εποχής του αλλά κι από τον ελληνικό λαό ως η επιτομή της αρμονικής και άρρηκτης ενότητας της ποίησης με τη λαϊκή στιχουργία. Ο «μάγκας-πρίγκηπας», όπως τον αποκαλούσαν, ήταν ένας άνθρωπος λόγιος, ευρυμαθής και καλλιεργημένος αλλά συνάμα και αυθεντικά λαϊκός.

“Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
Ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
Ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
Και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
Μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
Ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά”

Φόντο των αφηγήσεων του ήταν οι χαλεποί καιροί της χούντας και του εμφυλίου, ο κάματος των φτωχών κι ο αγώνας των καταπιεσμένων, τους οποίους μετουσίωνε σε δύναμη και ελπίδα μέσα από τα υπερβατικά, λαϊκά του άσματα. Εξευγένισε τη στιχουργία ανάγοντάς τη σε ποίηση, χωρίς ποτέ να αποξενωθεί από αυτούς για τους οποίους έγραφε, τους ανυπεράσπιστους και τους αδικημένους. Εξύμνησε με περίσσιο πάθος τη δύναμη του λαού να καθορίσει ο ίδιος τη μοίρα του και σημάδεψε όσο λίγοι την μεταπολεμική Ελλάδα.

«Ο αλύγιστος αχθοφόρος των καημών μας»

Ως μανιώδης αναγνώστης, ο πολυμαθής ποιητής μελέτησε εκτενώς την ελληνική γλώσσα, διείσδυσε την πένα του στο μελάνι της παράδοσης και της καταπονημένης ιστορίας του τόπου και αποκρυπτογράφησε τα συλλογικά συναισθήματα των Ελλήνων σε μία περίοδο σκότους, γράφοντας βιωματικά αλλά παράλληλα οικουμενικά. Σε συνέντευξη του στο «Βήμα» το 2013 ο συγγραφέας Θωμάς Κοροβίνης είχε πει «Ο Μάνος ήταν ο αλύγιστος αχθοφόρος των καημών μας. Περιείχε, στο δικό του ποιητικό σύμπαν, τις ευαισθησίες όλων μας».

Ενώ η κοινωνική και πολιτική του συνείδηση πρωταγωνιστούσαν τόσο στους στίχους του όσο και στη ζωή του, ο Μάνος Ελευθερίου δεν αποπειράθηκε ποτέ να αναμοχλεύσει πολιτικά πάθη και δεν υπηρέτησε τυφλά καμία πλευρά -δεν χαρίστηκε σε κανέναν. Έχοντας βιώσει τα κατάλοιπα του εμφύλιου πολέμου διέκρινε τη ματαιότητα της έριδας και της διχόνοιας και προτίμησε να μιλάει για αυτά που μας φέρνουν κοντά. «Νοιαζόταν πρώτα και κύρια για τον άνθρωπο και μετά για την ανθρωπότητα», δήλωσε στην Καθημερινή ο Σπύρος Αραβανής, συνδημιουργός της αφηγηματικής βιογραφίας «Μάνος Ελευθερίου. Μαλαματένια Λόγια».

 

«Δεν θεωρούσε ότι ήταν κάποιος σημαντικός, κάποιος “μεγάλος”. Δεν ήταν ο άνθρωπος που θα σου μιλούσε ακατάπαυστα για τον εαυτό του, τη ζωή του, το έργο του» συμπλήρωσε ο δημοσιογράφος που γνώρισε τον αείμνηστο συνθέτη μέσα από την τρίχρονη (2010-2013) συστηματική συνάντησή τους τα κυριακάτικα πρωινά στο σπίτι του Μάνου στο Ψυχικό.

Ο αγαπημένος ποιητής έγραφε στίχους για τους άλλους, όχι για τον ίδιο, τιμώντας πάντοτε την ουσία της τέχνης του. Ήθελε τα τραγούδια του να αγαπηθούν, να χορευτούν και να τραγουδηθούν, να μείνουν στα χείλη των απλών ανθρώπων. Στην ερώτηση τι θα ήθελε να απομείνει από το έργο του, ο ίδιος δήλωσε σε συνέντευξή του: «Τίποτε. Αν και τα τραγούδια μου θα μείνουν. Αισθάνομαι πως το πιο σημαντικό είναι πως ο κόσμος τραγουδάει στις συναυλίες τους στίχους μου. Εκείνη τη στιγμή δεν είμαι εγώ αυτός που τα έχει γράψει, χαίρομαι όμως όταν είμαι αφορμή για να πάει ψηλότερα ο κόσμος».

“Πατρίδες που έγιναν φωτιά και πέτρα στην καρδιά σου
Κυλούν το μαύρο αίμα τους στα μαύρα όνειρά σου
Ποιο φως αποχαιρέτησες ποιες πόρτες ποιους γειτόνους
Ο κόσμος όλος γέμισε φωτιές και δολοφόνους.”

Ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε λιτά και έδινε γενναιόδωρα, κρατώντας την αγκαλιά του ανοιχτή για πάσης φύσεως συνεργασίες, χωρίς προκαταλήψεις. Δεν ενέδιδε στους διαχωρισμούς του ελληνικού τραγουδιού και δεν κοιτούσε αφ’ υψηλού όσους ερμηνευτές ήταν φαινομενικά εκτός του έντεχνου ρεπερτορίου του. Όταν διερωτήθηκε σε συνέντευξη του με την Καθημερινή για την απρόσμενη συνεργασία του με την Πέγκυ Ζήνα με το τραγούδι «Όταν σωπαίνει ένα κορμί» ο Ελευθερίου απάντησε «Ο Μάο έλεγε “αφήστε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν”».

Η αναντίρρητη σεμνότητα του αείμνηστου καλλιτέχνη του επέτρεψε να μην προδώσει ποτέ αυτό που αγαπούσε. Δεν επαναπαύτηκε σε όσα είχε επιτύχει ούτε αρκέστηκε σε αυτά που ήδη ήξερε. «Η εξέλιξη σταματά μόνο με τον θάνατο» είχε πει ο ίδιος. Τον χαρακτήριζε μια αστείρευτη φιλομάθεια και παρακολουθούσε ανελλιπώς τις εξελίξεις στον χώρο των τεχνών με τις οποίες καταπιάστηκε, αναζητώντας συνεχώς νέες οδούς έκφρασης. Σύλλεγε επιμελώς φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, χειρόγραφα, και άλλα ντοκουμέντα, και ήταν συνεπής με τα ενδιαφέροντά του και την τέχνη του μέχρι το τέλος.

Στις 22 Ιουλίου του 2018, ο αγαπημένος Μάνος Ελευθερίου άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Σωτηρία» σε ηλικία 80 ετών. «Να με ντύσεις απλά. Ένα παντελόνι και ένα άσπρο πουκάμισο. Και να με κάψεις» είχε ζητήσει ο ίδιος από την πολυαγαπημένη του αδελφή, αφήνοντας αυτή τη ζωή με τον ίδιο τρόπο που την έζησε, με μια ευγενή απλότητα και ταπεινή μεγαλοπρέπεια.

Πηγή: bovary.gr

Διαβάστε επίσης