Κόντρα με ΕΕ για τραπεζίτες και ΤΧΣ

Τι θα συζητηθεί στις 18 Ιανουαρίου για πτωχευτικό νόμο, συμμετοχή του ΤΧΣ σε αυξήσεις κεφαλαίου και τη σύνθεση τραπεζικών διοικήσεων.

Κρίσιμο ραντεβού με τους ευρωπαϊκούς Θεσμούς, όπου θα συζητηθεί συνολικά η στρατηγική της κυβέρνησης για τον τραπεζικό τομέα και θα χρειασθεί να γεφυρωθούν διαφωνίες των Βρυξελλών με σημαντικές παραμέτρους του σχεδιασμού της ελληνικής πλευράς, έχει προγραμματισθεί στις 18 Ιανουαρίου, ενόψει της 9ης έκθεσης αξιολόγησης στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας.

Οι συζητήσεις με τους δανειστές θα γίνουν στη σκιά της νέας αναβολής στην εφαρμογή του πτωχευτικού νόμου, η οποία έγινε μεν ανεκτή από τους Θεσμούς, αλλά δεν παύει να τροφοδοτεί τη δυσπιστία. Ως γνωστόν, η κυβέρνηση μετέθεσε την εφαρμογή του πτωχευτικού νόμου από την 1η Ιανουαρίου στον Ιούνιο του 2021, όταν προβλέπεται ότι θα έχει τεθεί σε λειτουργία η ηλεκτρονική πλατφόρμα για την εξωδικαστική ρύθμιση χρεών μικρών επιχειρήσεων και νοικοκυριών, ενώ τον Μάρτιο προβλέπεται να τεθεί σε εφαρμογή του σκέλος του πτωχευτικού νόμου που αφορά τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις.

Προς το παρόν, οι Θεσμοί, που θα ενημερωθούν διεξοδικά στις 18 Ιανουαρίου για την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε σχέση με τον πτωχευτικό νόμο, δίνουν στην κυβέρνηση το περιθώριο να εκπληρώσει τις νέες υποσχέσεις της ως τον Ιούνιο, αν και δεν κρύβουν την ανησυχία τους για τον κίνδυνο νέας καθυστέρησης. Ο δεύτερος τη τάξει στη Διεύθυνση Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ντέκλαν Κοστέλο, είχε συνδέσει ανοικτά την υλοποίηση του σχεδίου χωρίς άλλη καθυστέρηση με τις εκταμιεύσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης, τονίζοντας ότι ο νέος πτωχευτικός νόμος θα πρέπει να έχει εφαρμοσθεί πριν το τέλος του εξαμήνου και πάντως πριν την εκταμίευση της προκαταβολής από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Οι όροι για συμμετοχή του ΤΧΣ σε αυξήσεις κεφαλαίου

Πέραν του πτωχευτικού νόμου, η συζήτηση για τον οποίο μπαίνει σε παρένθεση προσωρινά, μέχρι να διαπιστωθεί αν υλοποιούνται εντός χρόνου τα συμφωνημένα, κρίσιμο θέμα συζήτησης θα αποτελέσει η μεταρρύθμιση που σχεδιάζει η κυβέρνηση στο νόμο για το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ώστε να δοθεί το δικαίωμα στο ΤΧΣ να συμμετέχει σε αυξήσεις κεφαλαίου τραπεζών όπου διατηρεί συμμετοχή, χωρίς να ενεργοποιούνται οι πρόνοιες της κοινοτικής οδηγίας για το «κούρεμα» πιστωτών και καταθετών πριν λάβει μια τράπεζα κρατική ενίσχυση.

Ουσιαστικά, το θέμα αυτό αφορά μόνο την Τράπεζα Πειραιώς, που πρόσφατα κρατικοποιήθηκε με τη μετατροπή των υπό όρους μετατρέψιμων ομολόγων σε μετοχές, συνέπεια της οποίας ήταν να ξεπεράσει το 61% η συμμετοχή του ΤΧΣ στη μετοχική σύνθεση της τράπεζας. Η κυβέρνηση θα υποστηρίξει στη συζήτηση με τους Θεσμούς ότι, για λόγους διατήρησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και αποτροπής μεγάλων απωλειών για το Δημόσιο, θα πρέπει το ΤΧΣ να έχει δικαίωμα να ασκήσει τη συμμετοχή του σε επόμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της Τρ. Πειραιώς.

Η πλευρά των Θεσμών δεν αναμένεται να μπλοκάρει αυτό το σχέδιο, αναγνωρίζοντας ότι, εάν διατηρηθεί η απαγόρευση συμμετοχής του ΤΧΣ σε αυξήσεις κεφαλαίου θα δημιουργηθούν σοβαροί κίνδυνοι για τη μεγαλύτερη ελληνική τράπεζα, όταν θα χρειασθεί να αντλήσει νέα κεφάλαια, καθώς θα προχωρά η εξυγίανση του ισολογισμού της με τιτλοποιήσεις. Όμως, θα ζητήσει να δημιουργηθούν και σημαντικά «αντίβαρα». Κυρίως, δηλαδή, να δεσμευθούν η κυβέρνηση και το ΤΧΣ σε ένα σχέδιο πώλησης των τραπεζικών συμμετοχών του Ταμείου, δηλαδή κυρίως να υπάρξει ένα σαφές χρονοδιάγραμμα εκ νέου ιδιωτικοποίησης της Τράπεζας Πειραιώς.

Η «ελληνοποίηση» των διοικήσεων

Η κυβέρνηση αναμένεται να επαναλάβει στους Θεσμούς ένα παλαιότερο αίτημα της Αθήνας για αλλαγή του κανόνα που καθιερώθηκε το 2016, με βάση τον οποίο αποκλείονται από διοικητικές θέσεις στις τράπεζες Έλληνες που είχαν προηγούμενη θητεία στον τραπεζικό τομέα την περασμένη δεκαετία. Τον κανόνα αυτό θεωρούν άδικο και αντιπαραγωγικό οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών, που θέλουν το συντομότερο να «ξεφορτωθούν» τους ξένους που υποχρεώθηκαν να εντάξουν στα συμβούλια.

Η πρόταση αυτή φαίνεται ότι έχει «ωριμάσει» για να γίνει δεκτή από τους Θεσμούς, καθώς αυτή την περίοδο ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός της ΕΚΤ σχεδιάζει ένα νέο και πολύ αυστηρότερο σύστημα έγκρισης καταλληλόλητας τραπεζικών στελεχών (fit and proper), το οποίο θα προβλέπει ότι οι τράπεζες θα ενημερώνουν εκ των προτέρων τον SSM για τα στελέχη που επιλέγονται για υψηλές διοικητικές θέσεις και δεν θα μπορούν να προχωρούν στις τοποθετήσεις πριν «ανάψει πράσινο» η εποπτική αρχή. Έτσι, θα μπορούσε να καταργηθεί η γενική απαγόρευση που τέθηκε το 2016 για στελέχη με προηγούμενη διοικητική εμπειρία σε συστημικές τράπεζες, αφού θα υπάρχει το αρκετά αυστηρό «φίλτρο» της ΕΚΤ.

Πηγή: sofokleousin.gr

Διαβάστε επίσης