Οι τράπεζες δυσκολεύονται να βγάλουν… μεροκάματο

Νέα «βουτιά» στα έσοδα από τόκους το 2018, η παρτίδα σώθηκε με έκτακτα κέρδη από ομόλογα.

Ασθενής ήταν και το 2018 η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών, με σοβαρότερο πρόβλημα τη δυσκολία που έχουν να… βγάλουν μεροκάματο στις παρούσες συνθήκες, καθώς η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, ασκώντας πίεση στα έσοδα από τόκους, τα οποία επηρεάζονται αρνητικά και από την εφαρμογή των νέων λογιστικών προτύπων.

Τα στοιχεία 9μήνου που επεξεργάσθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος και παρουσίασε στην πρόσφατη έκθεση του διοικητή για το 2018 αποκαλύπτουν, μάλιστα, ότι τα κέρδη του 2018 είχαν σημαντικές ιδιαιτερότητες, που προκαλούν προβληματισμό.

Για παράδειγμα, τα συνολικά κέρδη προ φόρων εμφανίζονται αυξημένα κατά 37,5%, στα 401 εκατ. ευρώ. Όμως, αυτό το ποσό έχει επηρεασθεί καθοριστικά από την αύξηση των εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις κατά 308 εκατ. ευρώ, στα 567 εκατ. ευρώ. Αυτό, με τη σειρά του, ήταν αποτέλεσμα, κατά κύριο λόγο, του swap ομολόγων για την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους, δηλαδή ενός μη επαναλαμβανόμενου γεγονότος. Χωρίς αυτό το «μπόνους» των 308 εκατ. ευρώ, η κερδοφορία προ φόρων θα ήταν μειωμένη στα 93 εκατ. ευρώ.

Στην τελική γραμμή των αποτελεσμάτων, δηλαδή μετά τους φόρους, η εικόνα είναι ακόμη χειρότερη, καθώς οι τράπεζες συνέχισαν να «ματώνουν» από τις ζημιές που ενέγραψαν λόγω της διακοπής δραστηριοτήτων στο εξωτερικό (πώληση θυγατρικών με εγγραφή λογιστικών ζημιών), οι οποίες επιβάρυναν τα αποτελέσματα κατά 341 εκατ. ευρώ, με αποτέλεσμα να εγγραφούν ζημιές 151 εκατ. ευρώ μετά τους φόρους, αυξημένες κατά 89,2%.

«Ελέφαντας στο δωμάτιο», βεβαίως, εξακολουθεί να είναι η αδυναμία των τραπεζών να αυξήσουν τα βασικά τους έσοδα, τα έσοδα από τόκους, σε ένα περιβάλλον απομόχλευσης, όπου, παρά την αύξηση των νέων δανείων, κυρίως σε επιχειρήσεις, η πιστωτική επέκταση διατηρεί αρνητικά ποσοστά μεταβολής, καθώς η οικονομία βρίσκεται σε ανάκαμψη χωρίς πιστώσεις (creditless recovery, κατά το διεθνή ορισμό).

«Βαρίδι» στην προσπάθεια των τραπεζών να αυξήσουν τα έσοδα από τόκους είναι και τα νέα λογιστικά πρότυπα, που μειώνουν το ύψος των εκτοκιζόμενων δανείων.

Το αποτέλεσμα είναι η καταγραφόμενη από την Τράπεζα της Ελλάδος μείωση κατά 709 εκατ. ευρώ των καθαρών εσόδων από τόκους (-13,9%) στο 9μηνο του 2018, που δεν μπορεί να αντισταθμισθεί από τη μικρή αύξηση των εσόδων από προμήθειες, κατά 4,1%.

Το πρόβλημα της χαμηλής κερδοφορίας έχει κεντρική θέση στον προβληματισμό που υπάρχει για την προσπάθεια των τραπεζών να επιταχύνουν τη μείωση των προβληματικών δανείων ως το τέλος του 2021, κυρίως με την τιτλοποίηση/πώληση «κόκκινων» δανείων.

Για να ολοκληρωθεί αυτή η προσπάθεια επιτυχώς, θα απαιτηθεί οι τράπεζες να αυξήσουν τον όγκο των κεφαλαίων που δημιουργούν εσωτερικά, από την κερδοφορία τους, ώστε να ελαχιστοποιήσουν τα κεφάλαια που θα χρειασθεί να αντλήσουν από την αγορά και να μη χρειασθεί να προσφύγουν σε μέσα άντλησης κεφαλαίων, όπως η έκδοση νέων μετοχών, που θα καταστρέψουν αξία για τους παλαιούς μετόχους και ενέχουν τον κίνδυνο να μην υπάρξει επαρκές ενδιαφέρον από τους ιδιώτες επενδυτές.

«Έχουν κέρδη, αλλά είναι αδύναμα»

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα του 2018, με βάση και τις τελευταίες ανακοινώσεις των τραπεζών, ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Θεόδωρος Μητράκος τόνισε ότι φαίνεται πως η επιστροφή στην κερδοφορία έχει παγιωθεί. Ωστόσο, τα σχετικά μεγέθη παραμένουν αδύναμα:

  • Τα κέρδη πριν από φόρους είναι ελαφρώς θετικά ενώ τα αποτελέσματα μετά από φόρους παραμένουν ζημιογόνα, επηρεαζόμενα κυρίως από μη συνεχιζόμενες δραστηριότητες. Ωστόσο το ύψος των ζημιών μετά από φόρους περιορίστηκε σημαντικά σε σύγκριση με το 2017.
  • Τα έσοδα των τραπεζών επηρεάστηκαν σημαντικά από τη μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους, εξαιτίας της συρρίκνωσης του δανειακού χαρτοφυλακίου και της εφαρμογής του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 (ΔΠΧΠ 9/IFRS 9) από την 1η Ιανουαρίου 2018, που είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση των εκτοκιζόμενων υπολοίπων των δανείων.
  • Στη διαχείριση του λειτουργικού κόστους συνεχίστηκε η προσπάθεια περιορισμού του, παρά το γεγονός ότι στη χρήση του 2018 εγράφησαν μη επαναλαμβανόμενα (one-off) κόστη κυρίως από συμμετοχή σε προγράμματα εθελούσιας εξόδου, τα οφέλη των οποίων θα αποκρυσταλλωθούν σε μελλοντικές χρήσεις.
  • Μειωμένες ήταν οι προβλέψεις της περιόδου για τον πιστωτικό κίνδυνο, δεδομένης της προόδου αναφορικά με τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Όσον αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια, οι σχετικοί δείκτες παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα. Ο συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας σε επίπεδο συστήματος ανήλθε σε 16% ενώ ο δείκτης CET1 σε 15,3%. Υπενθυμίζεται ότι οι ελληνικές τράπεζες πέρασαν με επιτυχία τα stress tests τον Ιούνιο του 2018.

banks_tte

Πηγή: Σοφοκλέουςin.gr

Διαβάστε επίσης